Η μερική μεταρρύθμιση ασφαλιστικών μέτρων σε διαφορά γονικής μέριμνας και επικοινωνίας και τα όρια του άρθρου 697 ΚΠολΔ ως προς την οικονομική επιβάρυνση για την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας
Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης 959/2025: Η προσωρινή δικαστική προστασία στις οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακά στοιχεία, η λειτουργική αυτοτέλεια της μεταρρυθμιστικής αίτησης, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου και η ειδική στάθμιση των εξόδων μετακίνησης και διαμονής του γονέα που ασκεί επικοινωνία
Η υπ’ αριθ. 959/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρουσιάζει ιδιαίτερη θεωρητική και πρακτική βαρύτητα στο δίκαιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε διαφορές γονικής μέριμνας και επικοινωνίας, ιδίως όταν αυτές φέρουν διασυνοριακά χαρακτηριστικά.
Η σημασία της δεν εξαντλείται στο ειδικό αποτέλεσμα της μερικής μεταρρύθμισης προηγούμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, αλλά εκτείνεται στην ερμηνευτική αποσαφήνιση της φύσης του άρθρου 697 ΚΠολΔ, στο περιεχόμενο της προσωρινής ρύθμισης οικογενειακών σχέσεων υπό το πρίσμα του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου, καθώς και στην κανονιστική διάκριση μεταξύ στοιχείων της προσωρινής ρύθμισης που μπορούν να μεταβληθούν λόγω νεότερων οικονομικών δεδομένων και στοιχείων που παραμένουν αμετάβλητα εφόσον δεν έχει μεταβληθεί ο κρίσιμος πυρήνας των πραγματικών περιστάσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι μεταρρύθμισης του υφιστάμενου προσωρινού καθεστώτος ως προς την επιμέλεια και την επικοινωνία, πλην όμως δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του πατέρα και μεταρρύθμισε το σκέλος της προηγούμενης απόφασης που τον υποχρέωνε να καλύπτει τα αεροπορικά έξοδα και μέρος των εξόδων διαμονής της μητέρας για την άσκηση της επικοινωνίας της με τα ανήλικα τέκνα, κρίνοντας ότι τα οικονομικά δεδομένα της τελευταίας είχαν μεταβληθεί ουσιωδώς. Η απόφαση αποτυπώνει με καθαρότητα ότι η μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελεί μηχανισμό έμμεσης έφεσης κατά της προγενέστερης προσωρινής ρύθμισης, αλλά στοχευμένο μέσο επανεκτίμησης του κατά πόσον το υφιστάμενο μέτρο εξακολουθεί να δικαιολογείται υπό τις παρούσες συνθήκες.
Ι. Το αντικείμενο της εκδίκασης και όσα δέχθηκε το Δικαστήριο
Το αντικείμενο της εκδίκασης συνίστατο σε δύο αυτοτελείς αιτήσεις μεταρρύθμισης ή ανάκλησης της υπ’ αριθ. 808/2022 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες αφορούσαν αφενός την προσωρινή επιμέλεια και τον τόπο διαμονής των ανηλίκων τέκνων και αφετέρου τη ρύθμιση της επικοινωνίας της μητέρας με αυτά, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των οικονομικών βαρών που συνεπάγεται η πραγμάτωση της επικοινωνίας. Ο πυρήνας της αντιδικίας δεν περιοριζόταν, επομένως, στην οικογενειακή σχέση καθαυτή, αλλά επεκτεινόταν και στη δικονομική και οικονομική της διάσταση, ήτοι στο αν η μεταγενέστερη εξέλιξη των πραγματικών δεδομένων δικαιολογούσε μεταβολή της προσωρινής δικαστικής ρύθμισης και, ειδικότερα, στο αν η υποχρέωση του πατέρα να καλύπτει τα αεροπορικά έξοδα μετακίνησης και μέρος του κόστους διαμονής της μητέρας εξακολουθούσε να είναι συμβατή με τα νέα δεδομένα.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων θεμελιώνεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο τα ανήλικα τέκνα είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, και ότι το ημεδαπό δίκαιο είναι εφαρμοστέο στη διαφορά. Ως προς την ουσία, πιθανολόγησε ότι αμφότεροι οι γονείς ενδιαφέρονται ουσιωδώς για τα τέκνα τους, αλλά ότι οι μεταξύ τους σχέσεις παραμένουν εντόνως συγκρουσιακές, γεγονός που αποκλείει, στο παρόν στάδιο, τη μεταρρύθμιση της προσωρινής ρύθμισης προς την κατεύθυνση της από κοινού άσκησης της επιμέλειας. Υπό την ίδια λογική, δεν δέχθηκε ότι υπήρχε λόγος μεταβολής της υφιστάμενης ρύθμισης της επικοινωνίας ως προς τον πυρήνα της. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι ως προς το οικονομικό σκέλος είχαν επέλθει νεότερα ουσιώδη δεδομένα, ιδίως ως προς την οικονομική κατάσταση της μητέρας, και για τον λόγο αυτό μεταρρύθμισε μόνο το μέρος της προγενέστερης απόφασης που αφορούσε την επιβάρυνση του πατέρα με τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής της μητέρας. Περαιτέρω, απέρριψε ως αόριστο αίτημα επίδειξης εγγράφων σχετικών με την οικονομική κατάσταση του αντιδίκου, επιβεβαιώνοντας ότι και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων τα αποδεικτικά αιτήματα πρέπει να διαθέτουν επαρκή εξειδίκευση.
ΙΙ. Η μεταρρυθμιστική αίτηση του άρθρου 697 ΚΠολΔ και η λειτουργική της αυτοτέλεια
Η απόφαση 959/2025 έχει κατ’ αρχάς ιδιαίτερη δικονομική σημασία διότι αναδεικνύει με σαφήνεια τη φύση της αίτησης μεταρρύθμισης ή ανάκλησης του άρθρου 697 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει ένδικο μέσο ελέγχου της νομικής ή πραγματικής ορθότητας της προγενέστερης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων κατά τον χρόνο εκδόσεώς της. Δεν πρόκειται δηλαδή για έμμεση μορφή εφέσεως ούτε για μηχανισμό επαναξιολόγησης της προηγούμενης δικαστικής κρίσης ex tunc. Αντιθέτως, το άρθρο 697 ΚΠολΔ λειτουργεί ως ειδικό ένδικο βοήθημα με προσανατολισμό στο παρόν και στο μέλλον: το δικαστήριο καλείται να διακριβώσει αν, υπό τις συνθήκες που επικρατούν κατά τον χρόνο της νέας κρίσης, εξακολουθεί να δικαιολογείται η διατήρηση της ισχύος του προσωρινού μέτρου.
Η θεωρητική σημασία αυτής της παραδοχής είναι μεγάλη. Αν η αίτηση του άρθρου 697 ΚΠολΔ αντιμετωπιζόταν ως γενικός μηχανισμός επαναδιαπραγμάτευσης της προηγούμενης ρύθμισης, θα υπονομευόταν η λειτουργία των ασφαλιστικών μέτρων ως μέσου ταχείας αλλά συγχρόνως στοιχειωδώς σταθερής προσωρινής προστασίας. Το Δικαστήριο της σχολιαζόμενης απόφασης απορρίπτει ακριβώς αυτή τη διολίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι η μεταρρυθμιστική αίτηση έχει περιορισμένο και στοχευμένο χαρακτήρα: εξετάζει εάν υπήρξε ουσιώδης μεταβολή των περιστάσεων τέτοια ώστε η συνέχιση του ίδιου προσωρινού καθεστώτος να μην εξυπηρετεί πλέον τον προστατευτικό του σκοπό.
Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση συμβάλλει στη δογματική σταθεροποίηση του άρθρου 697 ΚΠολΔ, ιδίως στις οικογενειακές διαφορές, όπου συχνά ανακύπτει η πρακτική τάση των διαδίκων να επαναφέρουν διαρκώς το σύνολο του προσωρινού καθεστώτος ενώπιον του δικαστή, επιδιώκοντας ουσιαστικά συνεχή επαναδιαμόρφωση κάθε πτυχής της προσωρινής ρύθμισης. Το Δικαστήριο αποσαφηνίζει ότι τέτοια λειτουργία δεν είναι σύμφωνη με το νόημα της διατάξεως.
ΙΙΙ. Η διεθνής δικαιοδοσία και το διασυνοριακό στοιχείο υπό το καθεστώς του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111
Η σχολιαζόμενη απόφαση εντάσσεται σε οικογενειακή διαφορά με διασυνοριακά στοιχεία και γι’ αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στο επίπεδο του ιδιωτικού διεθνούς δικονομικού δικαίου. Το Εφετείο στηρίζεται ρητώς στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111, ήτοι στο καθεστώς Βρυξέλλες ΙΙβ, και επισημαίνει ότι, λόγω της συνήθους διαμονής των ανηλίκων στην Ελλάδα κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα ελληνικά δικαστήρια διαθέτουν διεθνή δικαιοδοσία και εφαρμόζουν το ημεδαπό δίκαιο.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυπική. Σε διαφορές γονικής μέριμνας και επικοινωνίας, ιδίως όταν οι γονείς ζουν σε διαφορετικά κράτη ή όταν η άσκηση της επικοινωνίας προϋποθέτει διεθνή μετακίνηση, η έννοια της συνήθους διαμονής των ανηλίκων αποκτά κομβική σημασία. Αποτελεί τον συνδετικό παράγοντα που οργανώνει όχι μόνο τη διεθνή δικαιοδοσία, αλλά και τη συνοχή της δικαστικής προστασίας. Η απόφαση, μολονότι κινείται στο επίπεδο των ασφαλιστικών μέτρων, δεν παραβλέπει ότι η προσωρινή προστασία στις οικογενειακές διαφορές δεν μπορεί να λειτουργήσει σε κενό διεθνούς δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, η προσωρινότητα του μέτρου οφείλει να ερείδεται σε σαφή διεθνή βάση, ιδίως όταν η ίδια η πραγμάτωση της επικοινωνίας και η επιβάρυνση των διαδίκων συνδέονται με διασυνοριακή κινητικότητα.
IV. Το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και η προσωρινή ρύθμιση επιμέλειας και επικοινωνίας
Στον πυρήνα της αποφάσεως βρίσκεται, όπως σε κάθε σοβαρή οικογενειακή διαφορά, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. Η απόφαση όμως έχει το προσόν ότι δεν τη μεταχειρίζεται ως αόριστη, ρητορική ή «πανάκεια» ρήτρα. Την εντάσσει σε συγκεκριμένο πραγματικό και λειτουργικό πλαίσιο. Πιθανολογεί ότι και οι δύο γονείς ενδιαφέρονται ουσιωδώς για τα τέκνα τους, αναγνωρίζοντας έτσι ότι δεν πρόκειται για κλασική περίπτωση αδιαφορίας του ενός γονέα ή προφανούς καταχρηστικής στάσης. Πλην όμως συγχρόνως διαπιστώνει ότι η σχέση τους παραμένει οξυμένα συγκρουσιακή.
Το στοιχείο αυτό είναι αποφασιστικό για την άρνηση του Δικαστηρίου να μεταρρυθμίσει το προσωρινό καθεστώς ως προς την επιμέλεια προς την κατεύθυνση της από κοινού άσκησής της. Η απόφαση, συνεπώς, επαναλαμβάνει μία θεμελιώδη παραδοχή του σύγχρονου οικογενειακού δικαίου: η συνεπιμέλεια ή ευρύτερα η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας δεν συνιστά μηχανιστικό ή αυτόματο πρότυπο δικαστικής λύσης, αλλά προϋποθέτει ένα ελάχιστο επίπεδο λειτουργικής συνεννόησης και πρακτικής δυνατότητας συνεργασίας. Ελλείψει τούτου, η επιβολή της ως προσωρινού σχήματος μπορεί να υπονομεύσει, αντί να υπηρετήσει, το συμφέρον των τέκνων.
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση ως προς την επικοινωνία. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει μεταβολή τέτοιας έντασης ώστε να δικαιολογείται η ανατροπή του υφιστάμενου πλαισίου επικοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό υπογραμμίζει ότι η προσωρινή ρύθμιση, όταν εξακολουθεί να εξυπηρετεί τη βασική ανάγκη διατήρησης δεσμού του τέκνου με τον γονέα που δεν συμβιώνει καθημερινά μαζί του, δεν πρέπει να ανασχηματίζεται ελαφρά τη καρδία. Η σταθερότητα, ιδίως για τον ανήλικο, αποτελεί καθ’ εαυτήν στοιχείο του συμφέροντός του.
V. Η οικονομική διάσταση της επικοινωνίας και η μεταρρύθμιση ως προς τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής της μητέρας
Το πλέον χαρακτηριστικό και καινοτόμο σημείο της αποφάσεως είναι ότι καταλήγει σε μερική μόνο μεταρρύθμιση, περιοριζόμενη στο οικονομικό σκέλος της υφιστάμενης ρύθμισης επικοινωνίας. Η αρχική απόφαση είχε επιβάλει στον πατέρα την υποχρέωση να καλύπτει τα αεροπορικά έξοδα μετακίνησης της μητέρας και μέρος του κόστους διαμονής της για τις μηνιαίες επαφές της με τα τέκνα. Το Εφετείο, εκτιμώντας τα νεότερα οικονομικά δεδομένα, πιθανολόγησε ότι η οικονομική κατάσταση της μητέρας είχε μεταβληθεί ουσιωδώς και μάλιστα ευμενώς. Με βάση τη νεότερη αυτή εκτίμηση, έκρινε ότι η συνέχιση της επιβάρυνσης του πατέρα με τα σχετικά έξοδα δεν δικαιολογείτο πλέον στο ίδιο μέτρο.
Η συλλογιστική αυτή είναι δογματικά εύστοχη, ακριβώς επειδή αποτυπώνει τη σωστή λειτουργία του άρθρου 697 ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο δεν μεταβάλλει τον πυρήνα της προσωρινής ρύθμισης —επιμέλεια και επικοινωνία— εκεί όπου δεν διαπιστώνει ουσιώδη μεταβολή των καίριων οικογενειακών και παιδοκεντρικών δεδομένων. Μεταβάλλει, όμως, το παρεπόμενο οικονομικό σκέλος εκεί όπου η μεταγενέστερη πραγματικότητα έχει όντως διαφοροποιηθεί. Η διάκριση αυτή είναι πολύτιμη για την πρακτική. Δείχνει ότι το προσωρινό οικογενειακό καθεστώς δεν αποτελεί αδιαίρετο σύνολο. Ορισμένα στοιχεία του μπορεί να παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ άλλα να είναι δεκτικά αναθεώρησης εφόσον συντρέχουν νέες περιστάσεις.
Ταυτόχρονα, η απόφαση αναδεικνύει μια συχνά παραμελημένη πτυχή της οικογενειακής δικαιοσύνης: η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας δεν είναι αφηρημένη δυνατότητα, αλλά συχνά συνεπάγεται συγκεκριμένα οικονομικά βάρη, ιδίως σε διασυνοριακές ή γεωγραφικά απομακρυσμένες σχέσεις. Η κατανομή αυτών των βαρών δεν είναι ουδέτερη. Αποτελεί μέρος της αποτελεσματικότητας της ίδιας της επικοινωνίας. Αν, όμως, τα οικονομικά δεδομένα ενός γονέα μεταβληθούν ουσιωδώς, το δικαστήριο οφείλει να επανεξετάσει αν η προηγούμενη κατανομή παραμένει αναλογική και δίκαιη. Η σχολιαζόμενη απόφαση ακριβώς αυτό πράττει.
VI. Η αοριστία του αιτήματος επίδειξης εγγράφων και τα όρια της αποδεικτικής ευχέρειας στα ασφαλιστικά μέτρα
Ιδιαίτερη θεωρητική σημασία έχει και η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το αίτημα επίδειξης εγγράφων σχετικών με την οικονομική κατάσταση του αντιδίκου. Η απόφαση το απορρίπτει ως αόριστο, επιβεβαιώνοντας ότι και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπου πράγματι το δικαστήριο διαθέτει αυξημένη ευχέρεια ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την πιθανολόγηση, δεν παύουν να ισχύουν στοιχειώδεις δικονομικές απαιτήσεις συγκεκριμενοποίησης.
Η κρίση αυτή είναι ορθή και χρήσιμη. Τα ασφαλιστικά μέτρα δεν συνιστούν άτυπη ή ανεξέλεγκτη διαδικασία. Η ανάγκη ταχύτητας και ευκαμψίας δεν αίρει την υποχρέωση του διαδίκου να προσδιορίζει επαρκώς τι ζητεί, γιατί το ζητεί και ποια συγκεκριμένα έγγραφα ή στοιχεία επιδιώκει να αναζητηθούν. Ειδάλλως, η αποδεικτική διαδικασία θα μπορούσε να εκτραπεί σε αόριστη έρευνα της οικονομικής ζωής του αντιδίκου χωρίς σαφή δεσμό προς το πραγματικό της συγκεκριμένης αίτησης. Με την απόρριψη αυτή, το Εφετείο αποκαθιστά την αναγκαία ισορροπία μεταξύ ευκαμψίας και δικονομικής πειθαρχίας.
VII. Η συστηματική σημασία της αποφάσεως για το άρθρο 697 ΚΠολΔ στις οικογενειακές διαφορές
Η απόφαση 959/2025 έχει ευρύτερη σημασία διότι καθιστά σαφές ότι το άρθρο 697 ΚΠολΔ δεν είναι μηχανισμός συνεχούς επαναδιαπραγμάτευσης κάθε στοιχείου της προσωρινής οικογενειακής ρύθμισης. Η μεταρρύθμιση δεν αποτελεί πεδίο δευτεροβάθμιας ουσιαστικής εκδίκασης όλων των θεμάτων από μηδενική βάση. Αποτελεί στοχευμένο εργαλείο παρέμβασης εκεί όπου η διατήρηση του μέτρου, ως είχε, δεν δικαιολογείται πλέον. Το κριτήριο δεν είναι αν ο διάδικος επιθυμεί νέα αξιολόγηση ούτε αν το δικαστήριο θα μπορούσε θεωρητικά να είχε καταλήξει σε άλλη λύση κατά την αρχική κρίση. Το κριτήριο είναι αν η νεότερη πραγματικότητα καθιστά πια δυσανάλογη, ακατάλληλη ή μη λειτουργική τη συνέχιση του προσωρινού μέτρου.
Η πρακτική αξία της αποφάσεως είναι επομένως μεγάλη. Παρέχει έναν σαφή οδηγό για το πότε είναι πρόσφορη η προσφυγή στο άρθρο 697 ΚΠολΔ και πότε όχι. Διδάσκει ότι στις διαφορές γονικής μέριμνας και επικοινωνίας η σταθερότητα της προσωρινής ρύθμισης είναι εξίσου σημαντική με την ευχέρεια αναπροσαρμογής της. Η δικαιοσύνη των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπηρετείται ούτε από ακινησία ούτε από διαρκή ρευστότητα, αλλά από ισορροπία: αλλαγή εκεί όπου πράγματι οι περιστάσεις μεταβλήθηκαν, διατήρηση εκεί όπου ο πυρήνας του μέτρου εξακολουθεί να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου.
VIII. Συμπεράσματα
Η υπ’ αριθ. 959/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί σημαντική νομολογιακή συμβολή στο δίκαιο των ασφαλιστικών μέτρων σε οικογενειακές διαφορές. Με συστηματική καθαρότητα, επιβεβαιώνει ότι η αίτηση μεταρρύθμισης του άρθρου 697 ΚΠολΔ δεν ελέγχει απλώς την ορθότητα της προηγούμενης προσωρινής ρύθμισης, αλλά εξετάζει αν αυτή εξακολουθεί να δικαιολογείται υπό τις παρούσες συνθήκες. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο αρνήθηκε να ανατρέψει το υφιστάμενο προσωρινό καθεστώς ως προς την επιμέλεια και την επικοινωνία, ακριβώς επειδή τα κρίσιμα δεδομένα που αφορούν το συμφέρον των τέκνων και τη σχέση των γονέων δεν είχαν μεταβληθεί κατά τρόπο που να επιβάλλει νέα ρύθμιση. Αντιθέτως, προχώρησε σε μερική μεταρρύθμιση ως προς το οικονομικό σκέλος της επικοινωνίας, επειδή εκεί διαπίστωσε ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της μητέρας. Η απόφαση, έτσι, αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι στις οικογενειακές διαφορές η προσωρινή δικαστική προστασία πρέπει να παραμένει σταθερή στον πυρήνα της και ευέλικτη μόνο εκεί όπου η πραγματικότητα το επιβάλλει.
Επαγγελματική αναφορά
Η παρούσα δικαστική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν νομικού χειρισμού της Oikonomakis Law για λογαριασμό του αιτούντος πατέρα και κατά την εκδίκαση παρέστη ο Χρήστος Οικονομάκης. Για την ευρύτερη επαγγελματική αποτύπωση της, βλ. το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.