Ανατροπή κατάσχεσης: Ερμηνεία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2761/2026)
Ποια χρονικά διαστήματα δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των προθεσμιών του έτους από την επιβολή της κατάσχεσης και του εξαμήνου από τον πλειστηριασμό, ως τασσόμενων εκ του νόμου για την ανατροπή
Απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αίτηση ανατροπής αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, λόγω λανθασμένου υπολογισμού της προθεσμίας του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2761/2026).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, το άρθρο 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Στις προθεσμίες αυτές δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε σύμφωνα με αυτή, το διάστημα αναστολής της εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από την 1η έως την 1η Αυγούστου.
Πιο αναλυτικά, στον υπολογισμό των προθεσμιών του έτους από την επιβολή της κατάσχεσης και του εξαμήνου από τον πλειστηριασμό, ως τασσόμενων εκ του νόμου για την ανατροπή, δεν θα πρέπει να υπολογιστούν τα κάτωθι χρονικά διαστήματα:
1) το χρονικό διάστημα από την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, μέχρι την ημέρα του νέου πλειστηριασμού, ο οποίος ορίστηκε σύμφωνα με αυτή, λόγω έλλειψης πλειοδοτών ή έλλειψης κατακύρωσης στον νέο πλειστηριασμό,
2) το χρονικό διάστημα της αναστολής που χορηγήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, ακόμη και αν πρόκειται για χρόνο μεγαλύτερου του εξαμήνου, ενώ αν χορηγήθηκε αναστολή υπό όρο με δικαστική απόφαση, από την ετήσια προθεσμία της πρώτης παραγράφου αφαιρείται μόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επισπεύδων δανειστής κωλυόταν να επισπεύσει την εκτέλεση,
3) το διάστημα αναστολής πλειστηριασμού, όπως αυτό συμφωνήθηκε διά συμβολαιογραφικού εγγράφου και όχι προφορικά μεταξύ επισπεύδοντας και οφειλέτη, ενώ η περιβολή της συμφωνίας αυτής με συμβολαιογραφικό τύπο ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού δεν αποτελεί όρο ισχύος της,
4) το χρονικό διάστημα μεταξύ πτώχευσης και παύσης διαδικασίας της πτώχευσης,
5) το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης που ακύρωσε την κατάσχεση έως την δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση,
6) το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της νέας ημερομηνίας διενέργειάς του, κατά την οποία ματαιώθηκε αυτός ελλείψει πλειοδοτών. Από την ετήσια προθεσμία της πρώτης παραγράφου της διάταξης του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, δεν αφαιρείται το χρονικό διάστημα μετά το οποίο προσδιορίστηκε ο πλειστηριασμός, αφού εκδόθηκε απόφαση επί ανακοπής διόρθωσης κατασχετήριας έκθεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό με αναλογική εφαρμογή ότι δεν υπολογίζεται στο διάστημα του έτους και το χρονικό διάστημα, το οποίο με νομοθετική παρέμβαση, εμποδίζεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, όπως π.χ. το διάστημα αναστολής των διαδικασιών εκτέλεσης και της διενέργειας πλειστηριασμών προς αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID 19. Δεν υπολογίζονται, επίσης, και εκείνα τα χρονικά διαστήματα απροσδιορίστου διάρκειας, τα οποία παρεμποδίζουν και αδρανεί η εκκρεμής διαδικασία του πλειστηριασμού. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να υπολογιστεί στην ετήσια προθεσμία και το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης έως και 31ης Αυγούστου.
Τέλος, πρόσφατα ανέκυψε το ζήτημα για το εάν θα προσμετράται ή θα αφαιρείται ο χρόνος που οριοθετεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2ε και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ελάχιστο χρονικό διάστημα που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ κατασχέσεως και πλειστηριασμού. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η ανωτέρω ρύθμιση που εισήχθη με τον ν. 4335/2015 και διατηρήθηκε και με τον ν. 4842/2021, συνιστά τυπική περίπτωση νομικής αδυναμίας συνέχισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον επισπεύδοντα δανειστή, αφού λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 1019 ΚΠολΔ για την ανατροπή της κατάσχεσης, που δεν είναι άλλος από την πάταξη της αδράνειας του κατασχόντος δανειστή, είναι πλέον προφανές ότι για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εκκρεμεί ο πλειστηριασμός, ο κατασχών επισπεύδων δεν αδρανεί, αλλά αντίθετα είναι αναγκασμένος εκ του νόμου να περιμένει την παρέλευση των σχετικών προθεσμιών για την διενέργεια του πλειστηριασμού.
Γίνεται, συνεπώς, δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των επτά μηνών, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να παρεμβάλλεται από την περάτωση της κατάσχεσης μέχρι τον ορισμό του πλειστηριασμού, δεν προσμετράται στην ενιαύσιο προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, αυτή δεν μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο έκρινε ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι συμπληρώθηκε η ενιαύσια προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάνοντας δεκτή την αίτηση ανατροπής της κατάσχεσης. Ειδικότερα, διαπίστωσε πως, από τις δηλώσεις συνέχισης του ένδικου πλειστηριασμού, μετά τις διαδοχικές ματαιώσεις αυτού, πιθανολογείται η επιμελής και συνεχής προσπάθεια της καθής να ολοκληρώσει τον πλειστηριασμό εντός της ενιαύσιας προθεσμίας. Διαπίστωσε, επίσης, πως από την επομένη ημέρα επιβολής της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης έως την συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να αφαιρεθούν τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία, λόγω νομικής ή πραγματικής αδυναμίας, η καθής δεν προέβη σε συνέχιση της προκείμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
Απόσπασμα απόφασης
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. ε’ ΚΠολΔ, η ημέρα του πλειστηριασμού προσδιορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες μετά από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά από την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή. Η ανωτέρω ρύθμιση που εισήχθη με τον ν. 4335/2015 και διατηρήθηκε και με τον ν. 4842/2021, συνιστά τυπική περίπτωση νομικής αδυναμίας συνέχισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον επισπεύδοντα δανειστή, αφού λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 1019 ΚΠολΔ για την ανατροπή της κατάσχεσης, που δεν είναι άλλος από την πάταξη της αδράνειας του κατασχόντος δανειστή κατά τα αναφερόμενα, είναι πλέον προφανές ότι για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εκκρεμεί ο πλειστηριασμός, ο κατασχών επισπεύδων δεν αδρανεί, αλλά αντίθετα είναι αναγκασμένος εκ του νόμου να περιμένει την παρέλευση των σχετικών προθεσμιών για την διενέργεια του πλειστηριασμού. Επομένως, κατά την συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’, 993 παρ. 2 και 1019 ΚΠολΔ και ενόψει του σκοπού της όλης ρύθμισης για την ανατροπή της κατάσχεσης, γίνεται δεκτό ότι το χρονικό διάστημα των επτά (7) μηνών, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να παρεμβάλλεται από την περάτωση της κατάσχεσης μέχρι τον ορισμό του πλειστηριασμού, δεν προσμετράται στην ενιαύσιο προθεσμία της διάταξης του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς αυτή δεν μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά (7) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια. Άλλωστε, τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα ο επισπεύδων να υποχρεούται να επιτύχει νέο ευδόκιμο πλειστηριασμό εντός του στενού περιθωρίου των υπολειπόμενων πέντε (5) το πολύ μηνών, άλλως να εκπίπτει της κατάσχεσης και να πρέπει να επιβάλλει νέα. Η ανωτέρω προσέγγιση, παρά την έλλειψη σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, είναι ενδιαφέρουσα, καθόσον πράγματι το χρονικό διάστημα, το οποίο ex lege οριοθετεί την κατάσχεση από τον πλειστηριασμό, δεν συνιστά αδράνεια του επισπεύδοντας, αλλά αντικειμενική αδυναμία αυτού να επιχειρήσει σε διαφορετικό χρόνο τον πλειστηριασμό, ενώ θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι κατά τον χρόνο που θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ δεν υπήρχαν οι νέοι χρονικοί περιορισμοί μεταξύ κατάσχεσης και πλειστηριασμού (Χαρ. Απαλαγάκη-Στ. Σταματόπουλος «Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους ν. 4842 & 4855/2021», έκδοση 2022, τόμος 2, άρθρο 1019, πριθ 2, σελ 3.369, 3.370, 3.371).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αναγκαστική Εκτέλεση
- Πολιτική Δικονομία