Αποζημίωση λόγω καθυστέρησης πτήσης: Μια απόφαση διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας δεν συνιστά από μόνη της έκτακτη περίσταση (ΔΕΕ C-108/26)
Για πρώτη φορά το ΔΕΕ εξαφανίζει απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου εκδοθείσα στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, κρίνοντας ότι η ερμηνεία που υιοθετήθηκε με αυτήν θίγει την ενότητα και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης
Με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης κρίθηκε πως μια απόφαση διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας δεν συνιστά από μόνη της έκτακτη περίσταση, ικανή να απαλλάξει τον αερομεταφορέα από την υποχρέωση αποζημίωσης των επιβατών λόγω καθυστέρησης της πτήσης (ΔΕΕ C-108/26).
Μάλιστα, με την απόφασή του αυτή, το ΔΕΕ για πρώτη φορά εξαφανίζει απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου εκδοθείσα στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, κρίνοντας ότι η ερμηνεία που υιοθετήθηκε με αυτήν θίγει την ενότητα και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης.
Ιστορικό υπόθεσης
Τον Ιούλιο του 2023, μια επιβάτιδα επρόκειτο να ταξιδέψει από τη Σμύρνη (Τουρκία) στη Βαρσοβία (Πολωνία). Η πτήση της προσγειώθηκε με καθυστέρηση μεγαλύτερη των τριών ωρών. Το αεροσκάφος που πραγματοποίησε την πτήση αυτή είχε προηγουμένως πραγματοποιήσει άλλη πτήση από την πόλη Katowice (Πολωνία) προς τη Σμύρνη, η οποία είχε καθυστερήσει κατόπιν μιας απόφασης διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας. Η απόφαση αυτή αφορούσε περιορισμούς στον εναέριο χώρο της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας που τέθηκαν σε εφαρμογή λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών. Επιπλέον, κατόπιν της άφιξης του αεροσκάφους στη Σμύρνη διαπιστώθηκε σε αυτό τεχνική βλάβη της οποίας η επισκευή διήρκεσε πάνω από δύο ώρες.
Η επιβάτιδα εκχώρησε το δικαίωμά της για αποζημίωση σε εταιρία εξειδικευμένη στην είσπραξη απαιτήσεων, η οποία άσκησε αγωγή κατά του αερομεταφορέα με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης ύψους 400 ευρώ.
Το πολωνικό δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς διαπίστωσε ότι, αν ο χρόνος που είχε απολεσθεί λόγω των μέτρων διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας αφαιρούνταν από τον συνολικό χρόνο καθυστέρησης, η πτήση από τη Σμύρνη προς τη Βαρσοβία θα έφτανε με καθυστέρηση μικρότερη των τριών ωρών, με αποτέλεσμα η επιβάτιδα να μην έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Διερωτάται, επομένως, υπό ποιες προϋποθέσεις μια απόφαση διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας μπορεί να συνιστά «έκτακτη περίσταση» σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ικανή να απαλλάξει τον αερομεταφορέα από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης.
Με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2026, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσε την απάντηση ότι μια τέτοια απόφαση δεν συνδέεται αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας ενός αερομεταφορέα και ότι εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του πραγματικού ελέγχου του, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους αυτή στηρίχθηκε, εκτός αν ο αερομεταφορέας συνέβαλε στη λήψη της. Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, κρίσιμο στοιχείο είναι η ίδια η απόφαση και όχι ο λόγος λήψης της, στο μέτρο που αυτή επηρεάζει ως εξωτερικό γεγονός την πραγματοποίηση της πτήσης. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί να συνιστά «έκτακτη περίσταση», ακόμη και αν δεν προκάλεσε από μόνη της καθυστέρηση τουλάχιστον τριών ωρών.
Κατόπιν προτάσεως του πρώτου γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να επανεξετάσει μερικώς την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου λόγω σοβαρού κινδύνου διάσπασης της ενότητας ή της συνοχής του δικαίου της Ένωσης.
Η κρίση του ΔΕΕ
Με την απόφασή του το ΔΕΕ διαπιστώνει ότι η ερμηνεία που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο θίγει, πράγματι, την ενότητα και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, εξαφανίζει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου κατά το μέρος που αυτή αποτέλεσε αντικείμενο επανεξέτασης.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έκτακτη περίσταση» κάθε απόφαση διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας αυτή καθεαυτήν. Οι αερομεταφορείς έρχονται αναπόφευκτα, σε συνήθη και τακτική βάση, αντιμέτωποι με τέτοιου είδους αποφάσεις κατά την άσκηση της δραστηριότητας τους. Προκειμένου να θεμελιωθεί η συνδρομή «έκτακτων περιστάσεων», πρέπει αναζητηθεί το γεγονός που οδήγησε στη λήψη της απόφασης διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας και να εξακριβωθεί, κατά περίπτωση, αν το γεγονός αυτό, ως εκ της φύσεως ή των αιτίων του, δεν συνδέεται αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας του αερομεταφορέα και αν εκφεύγει του πραγματικού ελέγχου του.
Ως εκ τούτου, δεν αρκεί ο αερομεταφορέας να επικαλεστεί την εν λόγω απόφαση προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημίωσης. Οφείλει να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω περίστασης, η οποία έχει η ίδια έκτακτο χαρακτήρα.
Το Δικαστήριο υποκαθιστά την απάντηση του Γενικού Δικαστηρίου με τη δική του απάντηση και υπενθυμίζει ότι, εν προκειμένω, η απόφαση διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας ελήφθη λόγω περιορισμών στον ουγγρικό και στον ρουμανικό εναέριο χώρο, που επιβλήθηκαν εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Τέτοιες συνθήκες μπορούν να συνιστούν έκτακτες περιστάσεις όταν είναι τόσο σοβαρές, ώστε να εμποδίζουν την πραγματοποίηση της οικείας πτήσης με πλήρη ασφάλεια και σύμφωνα με των αρχικώς προβλεφθέντα προγραμματισμό. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνθήκες αυτές δεν συνδέονται αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας του αερομεταφορέα και εκφεύγουν του πραγματικού ελέγχου του. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν κάτι τέτοιο ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση.
Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ένα γεγονός μπορεί να συνιστά «έκτακτη περίσταση» ακόμη και αν δεν προκάλεσε από μόνο του καθυστέρηση τουλάχιστον τριών ωρών. Όταν η καθυστέρηση κατά την άφιξη οφείλεται, όχι μόνο σε ένα τέτοιο γεγονός, αλλά και σε άλλη περίσταση, πρέπει να αφαιρείται από τη συνολική καθυστέρηση η καθυστέρηση που οφείλεται στην έκτακτη περίσταση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο επιβάτης δικαιούται αποζημίωση.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αεροπορικό Δίκαιο
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο