ΔΕΕ: Η Ουγγαρία παραβίασε το ενωσιακό δίκαιο θεσπίζοντας νομοθεσία που στιγματίζει και περιθωριοποιεί τα άτομα LGBTI+ (C-769/22)
Για πρώτη φορά το ΔΕΕ, στο πλαίσιο προσφυγής κατά κράτους μέλους, διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ, το οποίο απαριθμεί τις αξίες στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση
Κατόπιν προσφυγής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Ουγγαρία παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, θεσπίζοντας νομοθεσία που στιγματίζει και περιθωριοποιεί τα άτομα LGBTI+ (C-769/22).
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, με την εν λόγω νομοθεσία, εισάγονται απαγορεύσεις ή περιορισμοί της πρόσβασης σε περιεχόμενο του οπτικοακουστικού και του διαφημιστικού τομέα το οποίο απεικονίζει ή προωθεί την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.
Για πρώτη φορά, στο πλαίσιο προσφυγής κατά κράτους μέλους, το ΔΕΕ διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ, το οποίο απαριθμεί τις αξίες στις οποίες βασίζεται η Ένωση
Ιστορικό υπόθεσης
Με τον «νόμο LXXIX του 2021, περί λήψεως αυστηρότερων μέτρων κατά των παιδόφιλων εγκληματιών και περί τροποποιήσεως ορισμένων νόμων για την προστασία των παιδιών» (στο εξής: τροποποιητικός νόμος), η Ουγγαρία επέφερε διάφορες τροποποιήσεις στο εθνικό της δίκαιο. Καίτοι οι επίμαχες τροποποιήσεις αποσκοπούν, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, στην προστασία των ανηλίκων, πολλές από αυτές συνεπάγονται ουσιαστικά την απαγόρευση ή τον περιορισμό της πρόσβασης σε περιεχόμενο που έχει ως καθοριστικό στοιχείο την απεικόνιση ή την προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ουγγαρίας σχετικά με την ψήφιση του τροποποιητικού νόμου. Ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει παραβίαση του πρωτογενούς και του παραγώγου δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, προσβολή πλειόνων δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και, τέλος, παραβίαση του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ).
Η κρίση του ΔΕΕ
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεδριάζοντας σε ολομέλεια, κρίνει ότι η προσφυγή είναι εν όλω βάσιμη.
Πρώτον, οι επίμαχες τροποποιήσεις παραβιάζουν την ελευθερία παροχής και λήψης υπηρεσιών, η οποία κατοχυρώνεται στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης καθώς και σε διάφορες διατάξεις των οδηγιών για το ηλεκτρονικό εμπόριο, για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι τροποποιήσεις περιορίζουν τη δυνατότητα των παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας ή άλλων παρόχων να αναπτύσσουν και να μεταδίδουν περιεχόμενο που έχει, κατ’ ουσίαν, ως καθοριστικό στοιχείο την απεικόνιση ή την προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας. Οι τροποποιήσεις αυτές εισάγουν, συνεπώς, περιορισμούς στην εν λόγω ελευθερία.
Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει εν συνεχεία ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν από το υπέρτερο συμφέρον των παιδιών ή ακόμη από την ανάγκη να διαφυλαχθεί το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει, ειδικότερα, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη προκειμένου να καθορίσουν ποιου είδους περιεχόμενο, ιδίως οπτικοακουστικό, μπορεί να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται με σεβασμό στον Χάρτη, και ιδίως τηρουμένης της προβλεπόμενης στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη απαγόρευσης της διάκρισης λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τούτο δεν συνέβη.
Συγκεκριμένα, οι πτυχές του τροποποιητικού νόμου που βασίζονται στο κριτήριο της απεικόνισης ή της προώθησης της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας στηρίζονται στην παραδοχή ότι κάθε απεικόνιση ή προώθηση αυτού του είδους, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της, είναι ικανή να θίξει το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. Μια τέτοια προσέγγιση αναδεικνύει, όμως, μια προτίμηση για ορισμένες ταυτότητες και ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό εις βάρος άλλων, λειτουργώντας συνεπώς στιγματιστικά έναντι των τελευταίων, γεγονός που δεν συνάδει με τις επιταγές που απορρέουν, σε μια πλουραλιστική κοινωνία, από την απαγόρευση της διάκρισης λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού. Μπροστά σε μια τέτοιου μεγέθους προσβολή του ουσιώδους περιεχομένου της εν λόγω απαγόρευσης, οι επίμαχοι περιορισμοί δεν φαίνεται να δικαιολογούνται με κανέναν τρόπο, και ιδίως κατ’ επίκληση του σκοπού της προώθησης του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι ανήλικοι μπορούν να προστατευθούν επαρκώς από την έκθεση σε προγράμματα ακατάλληλα για την ηλικία τους, χωρίς να εισάγεται άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού όπως αυτή που απορρέει από τις επίμαχες τροποποιήσεις.
Δεύτερον, οι εν λόγω τροποποιήσεις συνιστούν ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση σε πλείονα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από τον Χάρτη, όπως η απαγόρευση της διάκρισης λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, καθώς και η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
Ειδικότερα, η επίμαχη ουγγρική νομοθεσία στιγματίζει και περιθωριοποιεί τα μη ταυτοφυλικά (μη cis) άτομα, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά (τρανς) άτομα, και τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα, θεωρώντας τα επιβλαβή για τη σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, αποκλειστικά και μόνο λόγω της σεξουαλικής ταυτότητάς τους ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους. Ο τίτλος του τροποποιητικού νόμου συσχετίζει τα άτομα αυτά με την παιδοφιλία, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τον στιγματισμό τους και να προκαλέσει την εκδήλωση συμπεριφορών μίσους απέναντί τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι επίμαχες επεμβάσεις θίγουν το ουσιώδες περιεχόμενο των προαναφερθέντων θεμελιωδών δικαιωμάτων και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να δικαιολογηθούν από τους σκοπούς που προέβαλε η Ουγγαρία, δηλαδή την προώθηση του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού ή το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η Ουγγαρία προσέβαλε εν προκειμένω το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τούτο απορρέει από το γεγονός ότι οι πτυχές του τροποποιητικού νόμου κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή αντιμετωπίζουν μια ομάδα ατόμων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας κοινωνίας που διαπνέεται από την αξία του πλουραλισμού, ως απειλή για την κοινωνία χρήζουσα ιδιαίτερης νομικής μεταχείρισης, αποκλειστικά και μόνο λόγω της σεξουαλικής ταυτότητας των ατόμων αυτών ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους. Ο στιγματιστικός και προσβλητικός χαρακτήρας του τροποποιητικού νόμου οδηγεί στην εδραίωση, τη διατήρηση ή την ενίσχυση της κοινωνικής τους «αορατότητας», γεγονός που θίγει την αξιοπρέπειά τους.
Τρίτον, το Δικαστήριο διαπιστώνει, για πρώτη φορά, διακριτή παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ, το οποίο ορίζει τις αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και οι οποίες είναι κοινές στο σύνολο των κρατών μελών. Πράγματι, οι πτυχές του τροποποιητικού νόμου οι σχετικές με το περιεχόμενο που απεικονίζει ή προωθεί την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία συνιστούν ένα συντονισμένο σύνολο μέτρων τα οποία εισάγουν διακρίσεις και τα οποία προσβάλλουν, κατά τρόπο πρόδηλο και ιδιαιτέρως σοβαρό, τα δικαιώματα των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, καθώς και τις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.
Κατά συνέπεια, ο τροποποιητικός νόμος αντιβαίνει στην ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης εντός μιας πλουραλιστικής κοινωνίας. Η Ουγγαρία δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί την εθνική της ταυτότητα προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέσπιση νόμου που παραβιάζει τις προαναφερθείσες αξίες.
Τέταρτον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η επίμαχη ουγγρική νομοθεσία παραβιάζει τον ΓΚΠΔ και προσβάλλει το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων το οποίο εγγυάται ο Χάρτης, καθόσον τροποποιεί τον νόμο περί συστήματος ποινικού μητρώου με σκοπό να διευρύνει την πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι καταχωρισμένες στο ποινικό μητρώο σχετικά με πρόσωπα τα οποία έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών. Μολονότι μια τέτοια πρόσβαση μπορεί να θεωρηθεί σύννομη υπό ορισμένες συνθήκες, το Δικαστήριο διαπιστώνει, κατ’ ουσίαν, ότι η ουγγρική νομοθεσία δεν ορίζει με αρκούντως ακριβή τρόπο ούτε τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση στα δεδομένα του ποινικού μητρώου ούτε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις πρόσβασης που απαιτούνται προκειμένου να παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο