Διαφήμιση

Δεκτή ανακοπή κατά κατάσχεσης πρώτης κατοικίας για πολεοδομικά πρόστιμα: Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (ΔΠΘ 1812/2026)

Το Δημόσιο δεν εξάντλησε τη λήψη ηπιότερου μέτρου ούτε διερεύνησε αν τα λοιπά ακίνητα της οφειλέτριας επαρκούσαν για την ικανοποίηση της απαίτησης – Απόσβεση δικαιώματος βεβαίωσης μέρους των προστίμων

dekte-anakope-kata-kataskheses-protes-katoikias-gia-poleodomika-prostima-parabiase-tes-arkhes-tes-analogikotetas-dpth-18122026

Δεκτή έγινε ανακοπή κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, που επιβλήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας προς είσπραξη πολεοδομικών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου (ΔΠΘ 1812/2026).

Η κατάσχεση, που επιβλήθηκε για οφειλές συνολικού ποσού 39.122,97 ευρώ, αφορούσε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας διαμερίσματος πολυκατοικίας, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, από τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνάγεται ότι το Δημόσιο δεν δύναται να προβεί σε ταμειακή βεβαίωση απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαίωσης, η δε προθεσμία αυτή έχει αποσβεστικό χαρακτήρα. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις απαιτήσεις και εξακολουθεί να ισχύει παρά τη θέσπιση των διατάξεων περί παραγραφής των άρθρων 86 του ν. 2362/1995 και 136 του ν. 4270/2014, οι οποίες αφορούν την παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης της ήδη βεβαιωθείσας οφειλής.

Περαιτέρω, η κρίση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τη λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης είναι μεν ελεύθερη, δεν πρέπει όμως να παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Η φορολογική Διοίκηση δεν υποχρεούται να εξαιρεί την πρώτη κατοικία του οφειλέτη από τα αναγκαστικά μέτρα, καθώς τα άρθρα 2 παρ. 1 και 21 παρ. 4 του Συντάγματος δεν εγκαθιδρύουν συνταγματικό δικαίωμα στην επαρκή στέγαση, αλλά έχουν μόνον κατευθυντήριο χαρακτήρα. Η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης επί της πρώτης κατοικίας παραβιάζει, ωστόσο, τις ανωτέρω αρχές όταν ο οφειλέτης διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων θα μπορούσαν να επιβληθούν τα μέτρα αυτά, καλύπτοντας την απαίτηση.

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπό κρίση υπόθεσης, μετά από αυτοψία του έτους 2002 διαπιστώθηκε αυθαίρετη κατασκευή κατοικίας της ανακόπτουσας και επιβλήθηκαν πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, τα οποία η ίδια αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα με σχετική αίτησή της. Ακολούθησε η έκδοση διαδοχικών χρηματικών καταλόγων (των ετών 2007, 2009, 2010 και 2022), οι οποίοι απεστάλησαν στην αρμόδια ΔΟΥ προς βεβαίωση, και, κατόπιν ατομικής ειδοποίησης καταβολής υπερημερίας, εκδόθηκε παραγγελία αναγκαστικής κατάσχεσης και συντάχθηκε η προσβαλλόμενη έκθεση του έτους 2025.

Η ανακόπτουσα προέβαλε, αφενός, ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να βεβαιώσει την οφειλή είχε αποσβεστεί κατά το άρθρο 71 παρ. 1 του ν. 542/1977, και, αφετέρου, ότι η κατάσχεση της κύριας κατοικίας της παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι κατείχε και άλλα ακίνητα. Οι καθ' ων υποστήριξαν ότι εφαρμοστέα ήταν η εικοσαετής παραγραφή και ότι η κατάσχεση της κατοικίας ήταν νόμιμη, διότι τα λοιπά ακίνητα είχαν μεγαλύτερη αντικειμενική αξία, οπότε η κατάσχεσή τους θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, νόμιμος τίτλος για την ταμειακή βεβαίωση υπήρξε η έκθεση αυτοψίας του έτους 2002. Κατ' εφαρμογή, όμως, του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 1337/1983, ο νόμιμος τίτλος βεβαίωσης των προστίμων διατήρησης συγκροτείται στο τέλος εκάστου έτους διατήρησης του αυθαιρέτου. Κατά τον χρόνο έκδοσης της κατασχετήριας έκθεσης είχε ήδη παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία των τριών ετών του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 και το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και στους ΟΤΑ, για το χρονικό διάστημα από το 2010 έως το 2018.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, η οποία απέδειξε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν κυρία και άλλων ακινήτων, η αξία των οποίων κάλυπτε την απαίτηση του καθ' ου. Το καθ' ου δεν εξάντλησε τη λήψη ηπιότερου μέτρου ούτε προέβη σε ουσιαστική έρευνα για το αν η αξία των λοιπών ακινήτων επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης, όπως όφειλε κατ' εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης.

Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσχεση δεν είναι νόμιμη, κάνοντας δεκτή την ανακοπή και ακυρώνοντας την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας.

Απόσπασμα απόφασης

9. Επειδή, επιπλέον, η ανακόπτουσα υποστηρίζει ότι η επιβληθείσα σε βάρος της αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας παραβιάζει την κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της ιδίας και της οικογένειάς της, ενώ, δεδομένου ότι κατέχει έτερα ακίνητα, οι ένδικες απαιτήσεις του καθ’ ου θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης επί κάποιου άλλου ακινήτου της, αξίας ανάλογης των απαιτήσεων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και επικαλείται, μεταξύ άλλων, βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, όπως έχει δηλωθεί την 1.1.2025, και πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου ν. 4223/2013 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) έτους 2025, σύμφωνα με τις οποίες η ανακόπτουσα, εκτός από το ποσοστό συγκυριότητας 50% επί του επίδικου ακινήτου, αντικειμενικής αξίας 20.736 ευρώ, έχει στην κυριότητά της το ακίνητο στην Καλλικράτεια, εμβαδού 62 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 28.697,75 ευρώ, καθώς και ποσοστό συνδιοκτησίας 25% επί ενός ακινήτου στην οδό … στους Αμπελόκηπους, εμβαδού 71,25 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 9.776,50 ερυώ. Εξάλλου, το καθ’ ου ελληνικό δημόσιο προβάλλει ότι νομίμως επιβλήθηκε η κατάσχεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, παρότι αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, καθώς τα άλλα ακίνητα είχαν μεγαλύτερη αντικειμενική αξία, επομένως η κατάσχεση εκείνων των ακινήτων θα παραβίαζε την αναλογικότητα.

10. Επειδή, ενόψει του ότι, όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 5η της παρούσας, η κρίση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τη λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης του Κ.Ε.Δ.Ε. και ιδίως η εξουσία αυτού κατά το άρθρο 9 του εν λόγω Κώδικα, ως ισχύει τον κρίσιμο χρόνο, είναι μεν ελεύθερη και οι διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν εξαιρούν την πρώτη κατοικία από την επιβολή κατάσχεσης, πλην όμως δεν πρέπει να παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, κατά τις οποίες η Διοίκηση οφείλει να απέχει από τη λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, τα οποία δεν είναι αναγκαία ούτε ακατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της είσπραξης των εσόδων, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, όπως δεν αμφισβητείται ειδικώς από το καθ’ ου, το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, η δε ανακόπτουσα επικαλέστηκε και απέδειξε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της ένδικης κατάσχεσης, πέραν από τη συγκυριότητα επί του κατασχεθέντος ακινήτου, είχε την κυριότητα και επί άλλων ακινήτων, η αξία των οποίων, εξάλλου, κάλυπτε την απαίτηση του καθ’ ου. Ωστόσο, το καθ’ ου δεν εξάντλησε τη λήψη ηπιότερου μέτρου σε βάρος της ανακόπτουσας πριν την κατάσχεση του εν λόγω εμπράγματου δικαιώματος επί της κατοικίας της και ούτε προέβη σε ουσιαστική έρευνα ώστε να διαπιστώσει αν η αξία των λοιπών ακινήτων της ήταν ικανή ή όχι για την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεών του, όπως, κατ’ εφαρμογή της χρηστής διοίκησης, είχε υποχρέωση (πρβλ. ΔΕφΠειρ 66/2025 2046/2023, ΔΕφΘεσ 308/2025, ΔΕφΠατ 66/2024). Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη κατάσχεση δεν παρίσταται νόμιμη (ΔΕφΘεσ 435/2026), κατά τα βασίμως σχετικώς προβαλλόμενα από την ανακόπτουσα, οπότε πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο adjustice.gr.