Διαφήμιση

Sharenting: Τρεις στους τέσσερις γονείς δημοσιεύουν περιεχόμενο για τα παιδιά τους στο διαδίκτυο

Η κοινή έρευνα της DPC και της CNIL αποκαλύπτει ότι το 14% των Ιρλανδών και το 10% των Γάλλων γονέων αυτοπροσδιορίζονται ως «γονείς influencers»

sharenting-treis-stous-tesseris-goneis-demosieuoun-periekhomeno-gia-ta-paidia-tous-sto-diadiktuo

Παρά την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση γύρω από την προστασία της ιδιωτικότητας των παιδιών, η πρακτική του λεγόμενου sharenting –της συστηματικής δημοσίευσης φωτογραφιών και πληροφοριών για τα παιδιά από τους ίδιους τους γονείς– παραμένει εξαιρετικά διαδεδομένη. Αυτό προκύπτει από κοινή έρευνα της Ιρλανδικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων DPC και της γαλλικής CNIL, η οποία πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 2.000 γονείς στην Ιρλανδία και τη Γαλλία, στο πλαίσιο της εκστρατείας ενημέρωσης «Pause Before You Post».

Το βασικό εύρημα της έρευνας είναι ότι περίπου τρεις στους τέσσερις γονείς έχουν δημοσιεύσει κατά το τελευταίο έτος φωτογραφίες, βίντεο ή άλλο περιεχόμενο που αφορά τα παιδιά τους, ενώ περίπου ένας στους τρεις προχωρεί σε σχετικές αναρτήσεις καθημερινά ή αρκετές φορές την εβδομάδα. Οι φωτογραφίες αποτελούν μακράν το συνηθέστερο είδος δημοσίευσης, όμως δεν λείπουν και αναρτήσεις που αποκαλύπτουν πληροφορίες για τη σχολική ζωή, τις επιδόσεις ή ακόμη και την υγεία των παιδιών.

Την ίδια στιγμή, οι γονείς εμφανίζονται ιδιαίτερα συνειδητοποιημένοι ως προς τους κινδύνους. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι η μεγαλύτερη απειλή είναι η πιθανότητα οι εικόνες των παιδιών να χρησιμοποιηθούν από αγνώστους, ενώ ακολουθεί η ανησυχία για την αξιοποίησή τους από εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και τη δημιουργία ψευδών εικόνων ή βίντεο (deepfakes). Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι δεν βλέπουν κάποιο ουσιαστικό όφελος από τη δημοσίευση περιεχομένου σχετικού με τα παιδιά τους.

Η έρευνα αναδεικνύει, ωστόσο, ότι η γνώμη των ίδιων των παιδιών δεν λαμβάνεται πάντοτε υπόψη. Περίπου τέσσερις στους δέκα γονείς δηλώνουν ότι ποτέ ή μόνο σπάνια ζητούν τη συναίνεση του παιδιού πριν δημοσιεύσουν περιεχόμενο που το αφορά. Αντίθετα, ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η χρήση ρυθμίσεων ιδιωτικότητας, καθώς περισσότεροι από εννέα στους δέκα περιορίζουν την πρόσβαση στις αναρτήσεις τους σε συγγενείς και φίλους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα σχετικά με τη μεταμέλεια των γονέων. Περισσότεροι από ένας στους δέκα δηλώνουν ότι έχουν μετανιώσει για κάποια δημοσίευση σχετική με τα παιδιά τους, κυρίως επειδή στη συνέχεια αντιλήφθηκαν καλύτερα τους κινδύνους για την ιδιωτικότητα ή επειδή συνειδητοποίησαν ότι έχασαν τον έλεγχο της περαιτέρω διάδοσης των εικόνων. Η μεταμέλεια αυτή εμφανίζεται σημαντικά συχνότερα μεταξύ όσων αυτοχαρακτηρίζονται ως «γονείς influencers», οι οποίοι αντιστοιχούν στο 14% των ερωτηθέντων στην Ιρλανδία και στο 10% στη Γαλλία. Διευκρινίζεται πως, ως «γονείς influencers» αυτοπροσδιορίστηκαν οι γονείς οι οποίοι απάντησαν καταφατικά στο ερώτημα: «Θεωρείτε ότι είστε «γονέας influencer», δηλαδή κάποιος που δημοσιεύει τακτικά περιεχόμενο σχετικά με την οικογένεια ή/και τα παιδιά του σε ένα σημαντικό διαδικτυακό κοινό και ενδέχεται να λαμβάνει αμοιβή για το περιεχόμενο αυτό;»

Με την έρευνα αυτή, οι δύο ευρωπαϊκές αρχές επιδιώκουν να ενισχύσουν την ενημέρωση των γονέων για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η υπερβολική έκθεση των παιδιών στο διαδίκτυο και να ενθαρρύνουν πιο προσεκτικές πρακτικές πριν από κάθε δημοσίευση.

Τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας είναι διαθέσιμα στο γράφημα αυτό, ενώ η πλήρης έρευνα είναι διαθέσιμη εδώ.

Πηγή: Data Protection Commission