Συμμετοχή στα αποκτήματα: Συνυπολογισμός δωρεάς του δικαιούχου προς τον υπόχρεο σύζυγο (ΑΠ 1151/2024)
Συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 ΑΚ - Ακόμα και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου
Τη συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 Αστικού Κώδικα περί συμμετοχής στα αποκτήματα υιοθέτησε ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συζύγου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1151/2024).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ως δωρεές κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 1400 ΑΚ πρέπει να νοηθούν μόνο εκείνες που έγιναν από τρίτους. Δεν εντάσσονται, δηλαδή, στις πιο πάνω δωρεές, εκείνες που έγιναν από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, γιατί η θέληση του νομοθέτη δεν ήταν, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή τριετούς (ήδη διετούς) διάστασης, να αποβεί αυτός αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου, αφού και οι δύο σύζυγοι έχουν περιουσιακή αυτοτέλεια και συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους για τις ανάγκες της οικογένειας.
Έτσι, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο επαυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοσή τους, έστω και αν δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τους για αχαριστία, ακόμη και αν πρόκειται για δωρεές οι οποίες έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ ειδικότερη και άρα υπερισχύει εκείνης. Και τούτο, διότι ακόμα και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου.Το δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου, ερμηνεύοντας συσταλτικά το άρθρο 1400 ΑΚ.
Επεσήμανε δε ότι η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει το θέμα του ποιες περιουσιακές επιδόσεις υπολογίζονται ως συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και ποιες όχι, το οποίο είναι τελείως διαφορετικό της ανάκλησης και γενικότερα της τύχης των δωρεών και εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των περί ανακλήσεως δωρεών διατάξεων των άρθρων 505 επ. ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόζονται στο πλαίσιο της αξιώσεως του ενός συζύγου από τη συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου.
Κατόπιν των ανωτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση ο Άρειος Πάγος, επικυρώνοντας την κρίση του εφετείου, έκρινε ότι η δωρεά εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, του χρηματικού ποσού των 70.000 ευρώ εξαιρείται του ρυθμιστικού πεδίου της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ. Για το λόγο αυτό, το ανωτέρω ποσό υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, την οποία δικαιούται ο αναιρεσίβλητος να απαιτήσει από την αναιρεσείουσα υπό τη μορφή αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα.
Απόσπασμα απόφασης
Ως δωρεές κατά την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει να νοηθούν μόνο εκείνες που έγιναν από τρίτους. Δεν εντάσσονται δηλαδή στις πιο πάνω δωρεές, εκείνες που έγιναν από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, γιατί η θέληση του νομοθέτη δεν ήταν, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή τριετούς (ήδη διετούς) διάστασης, να αποβεί αυτός αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου, αφού και οι δύο σύζυγοι έχουν περιουσιακή αυτοτέλεια και συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους για τις ανάγκες της οικογένειας. Έτσι, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο επαυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τους, έστω και αν δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τους για αχαριστία, ακόμη και αν πρόκειται για δωρεές οι οποίες έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (512 ΑΚ), διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 512 του ίδιου Κώδικα ειδικότερη και άρα υπερισχύει εκείνης. Ακόμη, διότι, και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου.Συνεπώς, με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1669/2013). Η διάταξη δηλαδή του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ ρυθμίζει το θέμα του ποιες περιουσιακές επιδόσεις υπολογίζονται ως συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και ποιες όχι, το οποίο είναι τελείως διαφορετικό της ανάκλησης και γενικότερα της τύχης των δωρεών και εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των περί ανακλήσεως δωρεών διατάξεων των άρθρων 505 επ. ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόζονται στο πλαίσιο της αξιώσεως του ενός συζύγου από τη συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου. Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1550/2018). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 566/2014).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Οικογενειακό Δίκαιο