Η σχέση δικηγόρου και εντολέα: εμπιστοσύνη, αμοιβή και τι ισχύει όταν η διαφορά φθάσει στα δικαστήρια

Του Δημητρίου Μ. Ζιαμπάρα, Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, Διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και Μηχανικού Υπολογιστών ΑΠΘ

e-skhese-dikegorou-kai-entolea-empistosune-amoibe-kai-ti-iskhuei-otan-e-diaphora-phthasei-sta-dikasteria

Η σχέση δικηγόρου και εντολέα είναι ερωτική σχέση και ως τέτοια έχει ημερομηνία λήξης. Τότε ο έρως μπορεί να γίνει έρις. Ο πολίτης εμπιστεύεται στον δικηγόρο του την περιουσία του, την ελευθερία του, ενίοτε και τα πιο προσωπικά του μυστικά, και ο δικηγόρος αναλαμβάνει να τα υπηρετήσει με γνώση, επιμέλεια και εχεμύθεια. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η συνεργασία λειτουργεί και ολοκληρώνεται ομαλά. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η εμπιστοσύνη κλονίζεται, είτε επειδή ο εντολέας αρνείται να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, είτε επειδή θεωρεί ότι ο χειρισμός της υπόθεσής του υπήρξε πλημμελής. Τότε ανακύπτει το παράδοξο, ο φυσικός συμπαραστάτης και ο εντολέας του να βρίσκονται αντιμέτωποι στη δικαστική αίθουσα. Για να είμαστε δίκαιοι ως προς τους εντολείς, οι Δικηγορικοί σύλλογοι δεν κάνουν την δουλειά τους (όπως και οι ιατρικοί σύλλογοι ή το ΤΕΕ): οι εξετάσεις για την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος είναι εικονικές, ενώ το «Παρ’ Εφέταις» και το «Παρ’ Αρείω» δεν σημαίνουν τίποτε. Έτσι οι δικηγόροι σταδιακά ολισθαίνουν επαγγελματικά, χωρίς κάποια αξιολόγηση της εξέλιξής τους - ο εντολέας δεν μπορεί να σε αξιολογήσει, μόνο ο συνάδελφός σου μπορεί. Η μόνη εγγύηση που δίνεται στους εντολείς είναι το πτυχίο νομικής του δικηγόρου. Με αποτέλεσμα να έχουμε γεμίσει δικηγόρους (και γιατρούς και μηχανικούς) και όλος ο κόσμος να ψάχνει για δικηγόρο (και γιατρό και μηχανικό). Το άρθρο αυτό εξηγεί το νομικό πλαίσιο της σχέσης και τους δρόμους που προβλέπει ο νόμος όταν η μεταξύ τους διαφορά καταλήξει σε αντιδικία.

Α. Η νομική φύση της σχέσης

Η σχέση θεμελιώνεται στη σύμβαση εντολής των άρθρων 713 επόμενα του Αστικού Κώδικα, όπως εξειδικεύεται από τον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013). Ο δικηγόρος δεν είναι απλός πάροχος υπηρεσιών, είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης, με θεσμικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία απέναντι σε όλους, ακόμη και απέναντι στον ίδιο τον εντολέα του, τον οποίο όμως οφείλει να υπηρετεί με πίστη. Η σχέση είναι αυστηρά προσωποπαγής και στηρίζεται στην ελεύθερη επιλογή, ο εντολέας επιλέγει ελεύθερα τον δικηγόρο του και ο δικηγόρος διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την εντολή. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος. Οφείλει, δηλαδή, να χειριστεί την υπόθεση με τη γνώση και την επιμέλεια που επιβάλλει το λειτούργημα, χωρίς να εγγυάται και χωρίς να επιτρέπεται να υπόσχεται την έκβαση της δίκης.

Β. Οι υποχρεώσεις του δικηγόρου

Από τον νόμο και τη δεοντολογία του λειτουργήματος απορρέει ένα πλέγμα υποχρεώσεων. Ο δικηγόρος οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια του μέσου συνετού επαγγελματία του κλάδου του, να ενημερώνει τον εντολέα για την πορεία της υπόθεσης και για τις κρίσιμες προθεσμίες, να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύθηκε ο εντολέας, υποχρέωση που επιβιώνει και μετά τη λήξη της συνεργασίας, και να αποφεύγει κάθε σύγκρουση συμφερόντων, μη αναλαμβάνοντας υποθέσεις κατά πρώην εντολέα για την ίδια ή συναφή υπόθεση. Οφείλει ακόμη να λογοδοτεί για τη διαχείριση χρημάτων, να αποδίδει ό,τι εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα και, με τη λήξη της εντολής, να επιστρέφει τα έγγραφα του φακέλου. Το πλέγμα αυτό των καθηκόντων αποτυπώνεται αναλυτικά και στον Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος, τον οποίο έχουμε παρουσιάσει στο άρθρο μας για τον Κώδικα Δεοντολογίας των δικηγόρων.

Γ. Οι υποχρεώσεις του εντολέα

Βασική υποχρέωση του εντολέα είναι η καταβολή της αμοιβής. Ο Κώδικας Δικηγόρων καθιερώνει την ελευθερία της έγγραφης συμφωνίας, τα μέρη μπορούν να καθορίσουν ελεύθερα το ύψος και τον τρόπο της αμοιβής, ενώ, αν έγγραφη συμφωνία δεν υπάρχει, οφείλονται οι λεγόμενες νόμιμες αμοιβές που προβλέπουν ο Κώδικας και τα παραρτήματά του. Ειδική μορφή είναι το εργολαβικό δίκης του άρθρου 60 του ν. 4194/2013, με το οποίο η αμοιβή εξαρτάται από την έκβαση της δίκης και μπορεί να φθάσει έως το 20% του αντικειμένου της, εφόσον η συμφωνία καταρτιστεί εγγράφως. Για κάθε παράσταση ενώπιον δικαστηρίου ο δικηγόρος υποχρεούται εξάλλου να εκδίδει το γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του οικείου δικηγορικού συλλόγου, το οποίο λειτουργεί στην πράξη και ως τεκμήριο της απασχόλησής του. Πέρα από την αμοιβή, ο εντολέας οφείλει να προκαταβάλλει τα αναγκαία έξοδα, κυρίως όμως οφείλει κάτι που συχνά υποτιμάται, πλήρη ενημέρωση του δικηγόρου του. Η απόκρυψη κρίσιμων εγγράφων ή γεγονότων υπονομεύει τον χειρισμό της υπόθεσης και αποδυναμώνει κάθε μεταγενέστερη αιτίαση κατά του δικηγόρου.

Δ. Η λύση της σχέσης

Ακριβώς επειδή στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, η εντολή λύνεται ελεύθερα. Ο εντολέας δικαιούται να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί λόγο, οφείλει όμως την αμοιβή για τις εργασίες που έχουν ήδη εκτελεστεί. Αντίστοιχα, ο δικηγόρος μπορεί να παραιτηθεί από την εντολή, φροντίζοντας να μην αφήσει τον εντολέα ακάλυπτο σε κρίσιμο δικονομικό σημείο. Οι αξιώσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές τους υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά το άρθρο 250 του Αστικού Κώδικα.

Ε. Όταν η διαφορά γίνει αντιδικία

Όταν η διαφορά αφορά την αμοιβή, ο δικηγόρος μπορεί να διεκδικήσει τα οφειλόμενα με αγωγή, η οποία εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ενώ, όταν η συμφωνία αποδεικνύεται εγγράφως, είναι δυνατή και η έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο εντολέας, από την πλευρά του, μπορεί να αντιτάξει τις ενστάσεις του, όπως την εξόφληση ή την πλημμελή εκπλήρωση των συμφωνηθέντων. Όταν, αντίστροφα, ο εντολέας θεωρεί ότι ζημιώθηκε από σφάλματα του δικηγόρου του κατά τον χειρισμό της υπόθεσης, ο νόμος προβλέπει ειδικό ένδικο βοήθημα, την αγωγή κακοδικίας του άρθρου 73 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αγωγή αυτή έχει αυστηρές προϋποθέσεις. Ευθύνη θεμελιώνεται μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια και όχι για ελαφρά αμέλεια ή για επιλογές χειρισμού που κινούνται εντός του πλαισίου της επιστημονικής κρίσης, η αγωγή ασκείται μέσα σε σύντομη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία και υπόκειται σε αυστηρούς όρους παραδεκτού, με υποχρέωση να εκτίθενται και να προσκομίζονται με αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Δικαιολογητικός λόγος των περιορισμών είναι η προστασία της ελεύθερης άσκησης του λειτουργήματος από εκδικητικές ή προσχηματικές αγωγές, χωρίς πάντως να καθιερώνεται ασυλία, και η νομολογία έχει επανειλημμένα απασχοληθεί με τα όρια της ρύθμισης. Προσοχή χρειάζεται σε μια σημαντική διάκριση, οι αξιώσεις για την απόδοση χρημάτων που ο δικηγόρος εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα δεν αποτελούν ζημία από τον χειρισμό της δίκης και διεκδικούνται με τις κοινές διατάξεις, χωρίς τους περιορισμούς της κακοδικίας. Παράλληλα με την αστική οδό, ο εντολέας μπορεί να υποβάλει αναφορά στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, οπότε κινείται η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, διαδικασία αυτοτελής, η οποία ούτε προϋποθέτει ούτε υποκαθιστά τη δικαστική κρίση.

ΣΤ. Πρόληψη και συμπέρασμα

Η καλύτερη προστασία και για τις δύο πλευρές είναι η διαφάνεια από την αρχή. Η έγγραφη συμφωνία αμοιβής (λ.χ. ένα απλό email) προλαμβάνει το συνηθέστερο σημείο τριβής, η τακτική και αποδείξιμη ενημέρωση του εντολέα προλαμβάνει τις παρεξηγήσεις για την πορεία της υπόθεσης και οι ρεαλιστικές προσδοκίες, χωρίς υποσχέσεις για την έκβαση, προστατεύουν τη σχέση από τη διάψευση. Όταν παρ' όλα αυτά η διαφορά ανακύψει, αξίζει πριν από κάθε δικαστική ενέργεια μια ψύχραιμη αποτίμηση, συχνά με τη συνδρομή τρίτου δικηγόρου, καθώς η αντιδικία με τον πρώην συμπαραστάτη είναι δαπανηρή, συναισθηματικά φορτισμένη και υπόκειται σε αυστηρό νομικό πλαίσιο που θα ταλαιπωρήσει και τις δύο πλευρές. Εν κατακλείδι, να δηλώσω πως ως 60χρονος δικηγόρος και πρώην μηχανικός, ακόμη δεν έχω βρει κάποιον συνάδελφο δικηγόρο να τα έχει «πάρει» και να έχει προδώσει την εμπιστοσύνη του πελάτη του, μπορεί να υπάρχουν επίορκοι, εγώ δεν γνωρίζω κάποιον.

Ο Δημήτριος Ζιαμπάρας είναι δικηγόρος Αθηνών και διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός ΑΠΘ, ιδρυτής της δικηγορικής εταιρίας «Ζιαμπάρας Δ. και Συνεργάτες» (www.ziamparas.gr), με ειδίκευση στο δίκαιο των ακινήτων, στο διοικητικό δίκαιο και στο ηλεκτρονικό έγκλημα.