Ηλεκτρονική τραπεζική απάτη: Η τράπεζα οφείλει πρώτα να επιστρέψει τα χρήματα, ακόμη και αν ο πελάτης έκανε λάθος

Η νέα απόφαση C-70/25 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανατρέπει μια συνηθισμένη πρακτική των τραπεζών: την άρνηση επιστροφής χρημάτων με την αιτιολογία ότι το θύμα της απάτης δεν πρόσεξε αρκετά - Το δικαίωμα άμεσης επιστροφής, το βάρος απόδειξης και οι δυνατότητες δικαστικής διεκδίκησης στην Ελλάδα

elektronike-trapezike-apate-e-trapeza-opheilei-prota-na-epistrepsei-ta-khremata-akome-kai-an-o-pelates-ekane-lathos

Ένας άνθρωπος ανοίγει ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που φαίνεται να προέρχεται από την τράπεζά του, ακολουθεί έναν σύνδεσμο και πληκτρολογεί τους κωδικούς του. Λίγα λεπτά αργότερα διαπιστώνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι οικονομίες του. Τηλεφωνεί πανικόβλητος στην τράπεζα, ενημερώνει για την απάτη και ζητά να επιστραφούν τα χρήματα. Αντί γι' αυτό, ενδέχεται να εισπράξει μια απάντηση που τον συνθλίβει περισσότερο από την ίδια την οικονομική απώλεια: ότι ευθύνεται ο ίδιος επειδή έδωσε τους κωδικούς του σε τρίτους.

Η απάντηση αυτή παρουσιάζει την εξαπάτηση ως προσωπική αποτυχία του θύματος και μετατρέπει μια εγκληματική πράξη σε υποτιθέμενη απόδειξη απροσεξίας. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί καταθέτες να αποδέχονται την απώλεια, θεωρώντας ότι δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά της τράπεζας. Η αντίληψη αυτή δεν ανταποκρίνεται στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Αντιθέτως, μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδόθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, διαχωρίζει με σαφήνεια την υποχρέωση άμεσης επιστροφής των χρημάτων από την ενδεχόμενη ευθύνη του πελάτη για βαριά αμέλεια.

Α. Η απόφαση C-70/25: Πρώτα επιστρέφονται τα χρήματα και μετά εξετάζεται η ευθύνη

Η υπόθεση Tukowiecka (C-70/25, ECLI:EU:C:2026:852) αφορούσε πελάτισσα πολωνικής τράπεζας, η οποία επιχείρησε να πουλήσει ένα αντικείμενο μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας. Πρόσωπο που εμφανίστηκε ως υποψήφιος αγοραστής τής απέστειλε σύνδεσμο για την υποτιθέμενη επιβεβαίωση της συναλλαγής. Η γυναίκα οδηγήθηκε σε πλαστή ιστοσελίδα της τράπεζάς της, όπου καταχώρισε τους κωδικούς της, ενώ οι δράστες απέσπασαν και κωδικό επιβεβαίωσης. Ακολούθησε μη εγκεκριμένη μεταφορά περίπου 700 ευρώ.

Η τράπεζα αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα, ισχυριζόμενη ότι η πελάτισσα επέδειξε βαριά αμέλεια ως προς τη φύλαξη των προσωπικών της στοιχείων ασφαλείας. Το ΔΕΕ, ωστόσο, έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν απαλλάσσει την τράπεζα από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής της μη εγκεκριμένης συναλλαγής.

Σύμφωνα με τα άρθρα 73 και 74 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, η επιστροφή πρέπει, καταρχήν, να πραγματοποιείται αμέσως και πάντως έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη διαπίστωση ή την ειδοποίηση της τράπεζας. Η μεταγενέστερη εξέταση τυχόν βαριάς αμέλειας αποτελεί διαφορετικό νομικό ζήτημα. Η τράπεζα μπορεί να διεκδικήσει από τον πελάτη την αποκατάσταση της ζημίας που τελικά τον βαρύνει, αλλά οφείλει η ίδια να αποδείξει τις σχετικές προϋποθέσεις.

Η σημασία της απόφασης είναι πολύ μεγαλύτερη από την οικονομική αξία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ΔΕΕ δεν επιτρέπει στην τράπεζα να μετατρέπει την προσωπική της εκτίμηση περί αμέλειας σε αυτοτελή λόγο άρνησης της άμεσης επιστροφής.

Β. Η τράπεζα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ελεγκτής, κατήγορος και δικαστής

Η μέχρι σήμερα αντιμετώπιση πολλών τέτοιων υποθέσεων δημιουργούσε μια εμφανή ανισορροπία. Ο καταθέτης έχανε τα χρήματά του, η τράπεζα αξιολογούσε μονομερώς εάν εκείνος επέδειξε αμέλεια και, εφόσον απέρριπτε το αίτημά του, τον υποχρέωνε ουσιαστικά να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να αναζητήσει το δίκιο του.

Ακριβώς αυτή την πρακτική αποδοκιμάζει η συλλογιστική του ΔΕΕ. Εάν αρκούσε ένας ισχυρισμός περί βαριάς αμέλειας για να ανασταλεί η επιστροφή, η προστασία που καθιερώνει η Οδηγία θα έχανε σε μεγάλο βαθμό την πρακτική της αξία. Ο καταναλωτής θα εξακολουθούσε να σηκώνει το βάρος της δικαστικής πρωτοβουλίας, των εξόδων και της μακράς αναμονής, ενώ η τράπεζα θα διατηρούσε τα χρήματα μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς.

Η απόφαση μεταβάλλει ουσιαστικά αυτή τη σειρά. Κατά τον κανόνα, πρώτα αποκαθίσταται ο λογαριασμός και στη συνέχεια εξετάζεται, εφόσον υπάρχει νόμιμη βάση, η τελική κατανομή της ζημίας. Η ειδική εξαίρεση αφορά βάσιμες υπόνοιες απάτης από τον ίδιο τον πληρωτή, οι οποίες γνωστοποιούνται εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι τρίτοι εξαπάτησαν τον πελάτη ούτε η απλή επίκληση δικής του βαριάς αμέλειας.

Γ. Ένα λάθος δεν σε καθιστά αυτομάτως βαριά αμελή

Το μεγαλύτερο ίσως εμπόδιο στη διεκδίκηση δεν είναι νομικό, αλλά ψυχολογικό. Τα θύματα αισθάνονται ντροπή, θυμό και ενοχές. Πολλοί αποφεύγουν ακόμη και να περιγράψουν με ακρίβεια τι συνέβη, επειδή φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν αφελείς.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρω μια προσωπική εμπειρία. Ως δικηγόρος, αλλά και ως μηχανικός υπολογιστών, γνωρίζω επαρκώς τις τεχνικές διαδικτυακής εξαπάτησης. Παρ' όλα αυτά, όταν ανέμενα μια σημαντική νομική απάντηση από τη Meta, έλαβα ηλεκτρονικό μήνυμα που εμφανιζόταν ως σχετική επικοινωνία της εταιρείας. Επειδή αδημονούσα να προχωρήσω την εργασία μου, ακολούθησα τις οδηγίες και καταχώρισα τους κωδικούς του λογαριασμού μου στο Facebook. Αντιλήφθηκα την απάτη λίγο αργότερα και πρόλαβα να αλλάξω τους κωδικούς πριν αποκτήσουν τον έλεγχο του λογαριασμού οι δράστες.

Το περιστατικό δεν αφορά τραπεζική συναλλαγή. Αναδεικνύει, όμως, κάτι που θεωρώ ουσιώδες: η εξαπάτηση δεν προϋποθέτει άγνοια ή έλλειψη νοημοσύνης. Συχνά αξιοποιεί την εμπιστοσύνη μας σε μια αναμενόμενη επικοινωνία, την επαγγελματική πίεση, την ανάγκη να ολοκληρώσουμε μια εκκρεμότητα ή την επιθυμία να αποφύγουμε κάποια δυσάρεστη συνέπεια. Οι απατεώνες δεν αναζητούν αναγκαστικά ανυποψίαστους ανθρώπους. Αναζητούν την κατάλληλη στιγμή ακόμη και στους πιο υποψιασμένους.

Γι' αυτό και η νομική έννοια της βαριάς αμέλειας δεν πρέπει να συγχέεται με οποιοδήποτε ανθρώπινο σφάλμα. Η αξιολόγηση απαιτεί εξέταση των συγκεκριμένων περιστάσεων, του τρόπου εξαπάτησης και της συμπεριφοράς του χρήστη. Το γεγονός ότι κάποιος έπεσε θύμα μιας επιτυχημένης απάτης δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι επέδειξε βαριά αμέλεια.

Δ. Η χρήση κωδικών και η επιβεβαίωση μιας συναλλαγής δεν αποδεικνύουν πάντοτε συγκατάθεση

Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που προβάλλονται από τις τράπεζες είναι ότι η επίμαχη συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με τους σωστούς προσωπικούς κωδικούς ή με την προβλεπόμενη πρόσθετη ταυτοποίηση. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί πάντοτε για να αποδείξει ότι ο πελάτης ενέκρινε πράγματι τη μεταφορά των χρημάτων.

Το άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 4537/2018 προβλέπει ρητώς ότι η καταγεγραμμένη χρήση ενός μέσου πληρωμών δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της, επαρκή απόδειξη έγκρισης της συναλλαγής ή βαριάς αμέλειας. Η τράπεζα φέρει το βάρος προσκόμισης των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων.

Η διάκριση είναι ουσιώδης. Άλλο η τεχνική πιστοποίηση ότι χρησιμοποιήθηκε ένας συγκεκριμένος κωδικός και άλλο η νομική διαπίστωση ότι ο πραγματικός δικαιούχος συναίνεσε στην επίμαχη συναλλαγή. Άλλωστε, στην ίδια την υπόθεση C-70/25, οι δράστες απέσπασαν και κωδικό επιβεβαίωσης μέσω της απάτης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληρωμή που πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια εξαπάτησης είναι αυτομάτως μη εγκεκριμένη. Όταν ο ίδιος ο πελάτης εντέλλεται συνειδητά τη μεταφορά χρημάτων προς κάποιον που τον εξαπατά, ανακύπτουν διαφορετικά νομικά ζητήματα. Το δικαίωμα άμεσης επιστροφής του άρθρου 73 αφορά τις μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής και όχι αδιακρίτως κάθε οικονομική απάτη.

Ε. Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει επιπλέον προστασία μέχρι τα 1.000 ευρώ

Με τον ν. 5019/2023 τροποποιήθηκε το άρθρο 74 του ν. 4537/2018, προβλέποντας σημαντικό περιορισμό της ευθύνης του καταναλωτή όταν η ζημία από μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής οφείλεται σε βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στη ρύθμιση, η ευθύνη του περιορίζεται καταρχήν έως τα 1.000 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν οι ειδικές νόμιμες εξαιρέσεις.

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξαίρεση αφορά την περίπτωση κατά την οποία η τράπεζα αποδεικνύει ότι διαθέτει και εφαρμόζει πρόσθετους, αποτελεσματικούς και πιο εξελιγμένους μηχανισμούς ελέγχου των συναλλαγών, πέραν της συνήθους ισχυρής ταυτοποίησης, για συναλλαγές που μπορούν να προκαλέσουν ζημία μεγαλύτερη των 1.000 ευρώ.

Επομένως, όταν η τράπεζα επικαλείται τη συγκεκριμένη εξαίρεση, πρέπει να εξεταστεί τι ακριβώς αποδεικνύει. Δεν αρκεί μια γενική διαβεβαίωση ότι διαθέτει σύγχρονα συστήματα ασφαλείας. Η νομοθεσία απαιτεί την ύπαρξη και εφαρμογή των συγκεκριμένων πρόσθετων μηχανισμών.

ΣΤ. Γιατί ελέγχεται μόνο το λάθος του καταθέτη και όχι η συμπεριφορά της τράπεζας;

Εδώ ανακύπτει το κρισιμότερο ίσως ερώτημα για τη λειτουργία της τραπεζικής ασφάλειας. Όταν ένας άνθρωπος που πραγματοποιεί συνήθως μικρές συναλλαγές μεταφέρει ξαφνικά μεγάλο χρηματικό ποσό σε άγνωστο δικαιούχο, από νέα συσκευή ή υπό ασυνήθιστες συνθήκες, ποιους ελέγχους ενεργοποιεί η τράπεζα; Πώς αξιολογεί τον κίνδυνο και πότε παρεμβαίνει;

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ότι χρησιμοποιήθηκαν οι σωστοί κωδικοί. Η ισχυρή ταυτοποίηση είναι σημαντική, δεν υποκαθιστά όμως κάθε άλλη υποχρέωση ασφάλειας και εποπτείας. Το τραπεζικό ίδρυμα, ως επαγγελματίας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, διαθέτει τεχνολογικά μέσα και πληροφορίες που ο μεμονωμένος καταθέτης δεν μπορεί να έχει.

Ασφαλώς, δεν συνιστά κάθε ασυνήθιστη συναλλαγή απόδειξη πλημμέλειας της τράπεζας. Ούτε επιβάλλεται να εμποδίζονται όλες οι μεταφορές που αποκλίνουν από προηγούμενες συνήθειες. Υπάρχει, όμως, ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη διακριτική διαχείριση κινδύνου και στην επίκληση των συστημάτων ασφαλείας ως αδιαμφισβήτητου τεκμηρίου απαλλαγής από κάθε ευθύνη.

Η τράπεζα που ζητά από τον πελάτη να δικαιολογήσει ένα ανθρώπινο λάθος πρέπει να είναι έτοιμη να εξηγήσει, όπου αυτό είναι νομικά κρίσιμο, και τις δικές της ενέργειες.

Ζ. Οι ελληνικές δικαστικές αποφάσεις αποδεικνύουν ότι οι τράπεζες μπορούν να ηττηθούν

Η δυνατότητα δικαστικής διεκδίκησης δεν αποτελεί θεωρητική υπόσχεση. Με την απόφαση 3764/2026 του Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή καταθέτη που είχε εξαπατηθεί μέσω ηλεκτρονικού «ψαρέματος», με επιδίκαση 139.865,30€, παρά τη διαπίστωση συντρέχοντος πταίσματος του ίδιου.

Ακόμη χαρακτηριστικότερη είναι η απόφαση 2573/2026 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ως δικαστήριο Β' βαθμού). Σε υπόθεση ηλεκτρονικής απάτης ύψους 7.000 ευρώ, το δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες 6.950€ για την περιουσιακή ζημία, παρά την διαπίστωση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων.

Οι αποφάσεις αυτές αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι οι καταθέτες μπορούν πράγματι να επιτύχουν δικαστική καταδίκη τραπεζών, ακόμη και όταν εξετάζεται δική τους συνεισφορά στην επέλευση της ζημίας.

Η απόφαση C-70/25 προσθέτει πλέον ένα ιδιαίτερα ισχυρό ενωσιακό επιχείρημα: η επίκληση βαριάς αμέλειας δεν επιτρέπει από μόνη της στην τράπεζα να παρακάμπτει το προηγούμενο στάδιο της άμεσης επιστροφής.

Η. Τι πρέπει να κάνει ο καταθέτης που έχασε τα χρήματά του

Η πρώτη ενέργεια είναι η άμεση επικοινωνία με την τράπεζα, με αίτημα φραγής των εκτεθειμένων μέσων πληρωμής, αμφισβήτησης των μη εγκεκριμένων συναλλαγών και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, ανάκλησης ή ανακοπής της μεταφοράς. Η ειδοποίηση πρέπει να επιβεβαιώνεται εγγράφως και να ζητείται αριθμός καταχώρισης του περιστατικού, με διατήρηση όλων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, των αποδεικτικών χρέωσης και των στοιχείων επικοινωνίας.

Κατά το άρθρο 71 του ν. 4537/2018, η ειδοποίηση πρέπει να γίνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τη στιγμή που ο χρήστης αντιλαμβάνεται τη συναλλαγή, ενώ προβλέπεται καταρχήν και απώτατο χρονικό όριο δεκατριών μηνών από τη χρέωση, με συγκεκριμένη νόμιμη εξαίρεση. Το όριο αυτό δεν αποτελεί λόγο αναμονής.

Εφόσον η τράπεζα αρνείται την επιστροφή, η διαφορά πρέπει να εξετάζεται με βάση τα άρθρα 71 έως 74 του ν. 4537/2018 και τη νέα νομολογία του ΔΕΕ. Μπορεί να ζητηθεί αναλυτική αιτιολόγηση και να αξιολογηθούν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και η άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Η ποινική καταγγελία κατά των δραστών αποτελεί αυτοτελή διαδικασία και δεν προϋποθέτει την προηγούμενη ολοκλήρωσή της η αστική διεκδίκηση κατά της τράπεζας.

Θ. Το θύμα δεν έχει υποχρέωση να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του επειδή εξαπατήθηκε

Η απόφαση του ΔΕΕ δεν εγγυάται οριστική απαλλαγή από κάθε ευθύνη. Η τράπεζα διατηρεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα μεταγενέστερης αξίωσης εφόσον αποδείξει βαριά αμέλεια ή δόλο του πελάτη και την αντίστοιχη ζημία. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι να αντιμετωπίζεται ο ισχυρισμός περί αμέλειας ως αυτόματη άδεια μη επιστροφής των χρημάτων.

Η διαφορά αυτή αλλάζει την αφετηρία της διεκδίκησης. Ο καταθέτης δεν χρειάζεται να απολογείται επειδή κάποιος κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Χρειάζεται να περιγράψει με ακρίβεια τι συνέβη, να προστατεύσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να απαιτήσει την εφαρμογή του νόμου.

Οι διαδικτυακοί απατεώνες εκμεταλλεύονται ανθρώπινες αδυναμίες που όλοι διαθέτουμε: την εμπιστοσύνη, την ανυπομονησία, τον φόβο, την πίεση της καθημερινότητας. Το ότι κάποιος εξαπατήθηκε δεν σημαίνει ότι στερείται κρίσης, αξιοπρέπειας ή δικαιωμάτων. Η δε οικονομική ισχύς μιας τράπεζας δεν την καθιστά απρόσβλητη από τον δικαστικό έλεγχο.

Ο καταθέτης που έπεσε θύμα ηλεκτρονικής απάτης δεν πρέπει να αναρωτιέται μόνο τι λάθος έκανε ο ίδιος. Πρέπει να αναρωτιέται και εάν η τράπεζα εκπλήρωσε τις δικές της νόμιμες υποχρεώσεις. Και όταν η απάντηση είναι αρνητική, έχει κάθε λόγο να διεκδικήσει τα χρήματά του, χωρίς ενοχές και χωρίς φόβο απέναντι στο τραπεζικό ίδρυμα.