Μπλοκάρισμα Facebook και Instagram: Τα δικαιώματα της επιχείρησης και τα ασφαλιστικά μέτρα κατά της Meta
Όταν μια ψηφιακή πλατφόρμα απενεργοποιεί αιφνιδίως τον λογαριασμό μιας μικρής επιχείρησης, δεν διακόπτει απλώς μια διαδικτυακή υπηρεσία. Μπορεί να στερήσει από τον επαγγελματία την κύρια πηγή πελατών και εισοδήματός του. Τι προβλέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο, πότε μπορεί να ζητηθεί δικαστική προστασία και ποια είναι τα όρια της εξουσίας των τεχνολογικών εταιρειών;
Μια μικρή επιχείρηση εστίασης, ένα κατάστημα ενδυμάτων ή υποδημάτων, ένα κομμωτήριο ή ένα ηλεκτρονικό κατάστημα επενδύει επί χρόνια στη διαδικτυακή του παρουσία. Δημιουργεί περιεχόμενο, αποκτά ακολούθους, πληρώνει διαφημίσεις, επικοινωνεί με πελάτες και σταδιακά μετατρέπει τον λογαριασμό του στο Facebook ή στο Instagram σε βασικό εργαλείο της εμπορικής του δραστηριότητας. Μέχρι που ένα πρωί εμφανίζεται στην οθόνη η ειδοποίηση ότι ο λογαριασμός απενεργοποιήθηκε ή ότι η επιχείρηση δεν επιτρέπεται πλέον να διαφημίζεται, επειδή παραβίασε κάποιον κανόνα της πλατφόρμας.
Συχνά η αιτιολογία περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στους «κανόνες κοινότητας» ή στις «πολιτικές διαφήμισης», χωρίς να προσδιορίζεται με σαφήνεια ποια συγκεκριμένη ενέργεια προκάλεσε τον αποκλεισμό. Ο επαγγελματίας υποβάλλει αίτημα επανεξέτασης, λαμβάνει μια τυποποιημένη απάντηση και διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με κάποιο πρόσωπο που διαθέτει την αρμοδιότητα να εξετάσει ουσιαστικά την περίπτωσή του. Στο μεταξύ, οι διαφημιστικές καμπάνιες έχουν διακοπεί, οι παραγγελίες μειώνονται και η επιχείρηση στερείται έναν δίαυλο επικοινωνίας με τους πελάτες της.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον τεχνικό, αλλά βαθύτατα νομικό. Μπορεί μια ιδιωτική εταιρεία να διακόπτει μονομερώς μια υπηρεσία από την οποία εξαρτάται ουσιωδώς η οικονομική επιβίωση μιας μικρής επιχείρησης, επικαλούμενη συμβατικούς κανόνες που η ίδια διαμορφώνει, ερμηνεύει και εφαρμόζει; Και μπορεί ο επαγγελματίας να υποχρεώνεται να αποδεχθεί μια τέτοια απόφαση επειδή απλώς συμφώνησε στους όρους χρήσης όταν δημιούργησε τον λογαριασμό του;
Α. Το ψηφιακό λουκέτο και η οικονομική εξάρτηση των μικρών επιχειρήσεων
Για μια μεγάλη εταιρεία με πολλαπλά κανάλια διαφήμισης, η προσωρινή απώλεια πρόσβασης σε ένα κοινωνικό δίκτυο ενδέχεται να αποτελεί διαχειρίσιμη δυσχέρεια. Για μια οικογενειακή επιχείρηση, όμως, που εξασφαλίζει σημαντικό μέρος των παραγγελιών της μέσω του Instagram ή προσελκύει πελάτες αποκλειστικά με διαφημίσεις στο Facebook, η ίδια απόφαση μπορεί να προκαλέσει άμεση οικονομική ασφυξία.
Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί μια ιδιότυπη ανισορροπία. Ο μικροεπιχειρηματίας μπορεί να έχει καταβάλει σημαντικά ποσά σε διαφημίσεις, να έχει επενδύσει χρόνο και χρήμα στη δημιουργία περιεχομένου και να έχει συγκεντρώσει χιλιάδες ακολούθους, χωρίς να έχει ουσιαστική δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων που διέπουν την υπηρεσία. Απέναντί του βρίσκεται μια πολυεθνική εταιρεία που διαθέτει την τεχνική δυνατότητα να διακόψει την πρόσβασή του σχεδόν ακαριαία.
Η ύπαρξη επιχειρηματικού κινδύνου δεν σημαίνει ότι η πλατφόρμα οφείλει να εγγυάται διαρκή πρόσβαση ή συγκεκριμένο αριθμό πελατών. Σημαίνει, όμως, ότι η διακοπή μιας καθιερωμένης επαγγελματικής σχέσης δεν μπορεί να αξιολογείται πάντοτε σαν να επρόκειτο για την απλή απενεργοποίηση ενός προσωπικού λογαριασμού ψυχαγωγίας.
Β. Οι «κανόνες κοινότητας» δεν βρίσκονται υπεράνω του νόμου
Η Meta, όπως και κάθε πάροχος ψηφιακών υπηρεσιών, δικαιούται να θεσπίζει κανόνες για την προστασία των χρηστών, την αντιμετώπιση της απάτης και τη διασφάλιση της λειτουργίας των υπηρεσιών της. Δικαιούται επίσης να επιβάλλει περιορισμούς όταν διαπιστώνονται πραγματικές παραβάσεις. Το δικαίωμα αυτό, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστο.
Οι όροι χρήσης αποτελούν συμβατικές ρυθμίσεις και υπόκεινται στο εφαρμοστέο δίκαιο. Δεν είναι δυνατόν μια εταιρεία να επικαλείται γενικά την ιδιωτική της αυτονομία για να παρακάμπτει υποχρεώσεις διαφάνειας, καλής πίστης και αναλογικότητας. Κατά το ελληνικό αστικό δίκαιο, όπου αυτό εφαρμόζεται, τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία κατά την αξιολόγηση της καταχρηστικής άσκησης συμβατικού δικαιώματος και της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων σύμφωνα με την καλή πίστη.
Η διαφορά μεταξύ μιας δικαιολογημένης αναστολής λόγω απάτης και ενός αυθαίρετου αποκλεισμού είναι καθοριστική. Άλλο είναι να διακόπτεται η λειτουργία λογαριασμού που χρησιμοποιείται για εξαπάτηση καταναλωτών και άλλο να αποκλείεται ένα κατάστημα υποδημάτων επειδή ένα αυτοματοποιημένο σύστημα χαρακτήρισε εσφαλμένα μια διαφήμισή του ως παραπλανητική.
Η αποδοχή των όρων χρήσης δεν συνεπάγεται παραίτηση από κάθε δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Η αντίθετη άποψη θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση στις πλατφόρμες μιας ιδιότυπης ιδιωτικής εξουσίας, της οποίας οι αποφάσεις δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από κανένα ανεξάρτητο όργανο.
Γ. Τι άλλαξε με την ευρωπαϊκή Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες
Από τις 17 Φεβρουαρίου 2024 εφαρμόζεται πλήρως ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065, γνωστός ως Digital Services Act (DSA), ο οποίος εισήγαγε σημαντικές εγγυήσεις για τους χρήστες διαδικτυακών πλατφορμών.
Το άρθρο 14 παρ. 4 απαιτεί οι πάροχοι να εφαρμόζουν τους περιορισμούς των όρων χρήσης με επιμέλεια, αντικειμενικότητα και αναλογικότητα. Το άρθρο 17 προβλέπει υποχρέωση σαφούς και συγκεκριμένης αιτιολόγησης όταν επιβάλλονται περιορισμοί εξαιτίας παράνομου περιεχομένου ή περιεχομένου αντίθετου στους όρους της υπηρεσίας. Η αιτιολόγηση πρέπει να επιτρέπει στον θιγόμενο χρήστη να κατανοήσει τον λόγο της απόφασης και να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του.
Επιπλέον, το άρθρο 20 κατοχυρώνει πρόσβαση σε δωρεάν εσωτερικό μηχανισμό εξέτασης καταγγελιών για τουλάχιστον έξι μήνες από τη γνωστοποίηση της σχετικής απόφασης, ενώ το άρθρο 21 προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής σε πιστοποιημένους φορείς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Οι αποφάσεις των τελευταίων δεν είναι δεσμευτικές για τα μέρη, αλλά η διαδικασία προσφέρει ένα πρόσθετο μέσο αμφισβήτησης του αποκλεισμού.
Οι εγγυήσεις αυτές καλύπτουν, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, και επαγγελματικούς λογαριασμούς. Χρειάζεται, πάντως, μια ουσιώδης διάκριση: όταν η αναστολή επιβάλλεται αποκλειστικά λόγω προβλήματος πληρωμής, επαλήθευσης ταυτότητας ή ασφάλειας, δεν ενεργοποιούνται αυτομάτως όλες οι ειδικές διαδικασίες που ο DSA προβλέπει για αποφάσεις σχετικές με το περιεχόμενο του χρήστη.
Δ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμφισβητεί ήδη τους μηχανισμούς ενστάσεων της Meta
Η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών επανεξέτασης δεν αφορά μεμονωμένα παράπονα χρηστών. Στις 24 Οκτωβρίου 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε προκαταρκτικές διαπιστώσεις πιθανής παράβασης του DSA από τη Meta, μεταξύ άλλων ως προς τη δυνατότητα των χρηστών του Facebook και του Instagram να αμφισβητούν αποτελεσματικά αποφάσεις αφαίρεσης περιεχομένου ή αναστολής λογαριασμών.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν φαίνονταν να επιτρέπουν στους χρήστες να παρουσιάζουν επαρκώς τις εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν την ένστασή τους. Πρόκειται για προκαταρκτική αξιολόγηση και όχι για οριστική διαπίστωση παράβασης. Η σημασία της, ωστόσο, είναι προφανής: ακόμη και σε ενωσιακό επίπεδο τίθεται πλέον το ερώτημα εάν η τυπική ύπαρξη ενός κουμπιού υποβολής ένστασης εξασφαλίζει πραγματικό δικαίωμα ακρόασης.
Για τον επαγγελματία που βλέπει τις διαφημίσεις του να σταματούν και λαμβάνει επαναλαμβανόμενες αυτοματοποιημένες απαντήσεις, η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η δυνατότητα να υποβάλει κάποιος ένσταση δεν ταυτίζεται με την υποχρέωση της εταιρείας να εξετάσει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του.
Ε. Ο Κανονισμός για τις σχέσεις πλατφορμών και επιχειρήσεων
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1150 για τη δίκαιη μεταχείριση των επιχειρηματικών χρηστών διαδικτυακών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, γνωστός ως Platform-to-Business (P2B).
Όταν μια υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, το άρθρο 4 προβλέπει υποχρεώσεις αιτιολόγησης των αποφάσεων περιορισμού, αναστολής ή τερματισμού της συνεργασίας, καθώς και δυνατότητα του επιχειρηματικού χρήστη να διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά. Για την οριστική διακοπή ολόκληρης της υπηρεσίας προβλέπεται, καταρχήν, προειδοποίηση τουλάχιστον 30 ημερών, με συγκεκριμένες νόμιμες εξαιρέσεις.
Πρέπει, ωστόσο, να αποφεύγεται η γενίκευση ότι κάθε διαφημιστικός λογαριασμός υπάγεται αυτομάτως στον Κανονισμό. Το άρθρο 1 παρ. 3 εξαιρεί ορισμένα διαδικτυακά διαφημιστικά εργαλεία που δεν αποσκοπούν στη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών με καταναλωτές. Επομένως, απαιτείται εξέταση της συγκεκριμένης υπηρεσίας και της λειτουργίας της.
Η διάκριση μεταξύ αποκλεισμού μιας επαγγελματικής σελίδας, απενεργοποίησης ενός λογαριασμού Instagram και αναστολής αποκλειστικά της δυνατότητας αγοράς διαφημίσεων δεν είναι απλώς τεχνική. Μπορεί να καθορίσει ποιο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο θα αποτελέσει τη βάση της νομικής διεκδίκησης.
ΣΤ. Ποιες ενέργειες πρέπει να κάνει η επιχείρηση μετά τον αποκλεισμό
Η πρώτη αντίδραση του επιχειρηματία είναι συνήθως να υποβάλει επανειλημμένα αιτήματα υποστήριξης ή να δημιουργήσει νέο λογαριασμό. Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί πάντοτε την ασφαλέστερη λύση, καθώς η παράκαμψη περιορισμών μπορεί να οδηγήσει σε νέες κυρώσεις και να περιπλέξει την υπόθεση.
Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην τεκμηρίωση. Χρειάζεται να διατηρηθούν η ακριβής ειδοποίηση αποκλεισμού, οι αναφερόμενοι λόγοι, οι σχετικές αναρτήσεις ή διαφημίσεις, η ηλεκτρονική αλληλογραφία, οι αποδείξεις πληρωμής και το ιστορικό των αιτημάτων επανεξέτασης. Ιδιαίτερη αξία έχουν τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο λογαριασμός χρησιμοποιούνταν συστηματικά για επαγγελματικούς σκοπούς και ότι ο αποκλεισμός προκάλεσε πραγματικές οικονομικές συνέπειες.
Εάν διαπιστώνεται πιθανή παράβαση του DSA, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, η οποία αποτελεί τον ελληνικό Συντονιστή Ψηφιακών Υπηρεσιών. Η ΕΕΤΤ διαθέτει ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής καταγγελιών και μπορεί να εξετάσει ζητήματα συμμόρφωσης ή να διαβιβάσει την καταγγελία στην αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους. Δεν υποκαθιστά, όμως, το δικαστήριο ούτε διαθέτει γενική αρμοδιότητα να επιλύει την ιδιωτική διαφορά και να διατάσσει την επαναφορά κάθε αποκλεισμένου λογαριασμού.
Ζ. Ασφαλιστικά μέτρα και προσωρινή διαταγή κατά της Meta
Όταν ο αποκλεισμός προκαλεί άμεση και σοβαρή βλάβη στην επαγγελματική δραστηριότητα, η δικαστική προστασία μπορεί να αποκτήσει επείγοντα χαρακτήρα. Υπό τις προϋποθέσεις του εφαρμοστέου δικαίου και των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να εξεταστεί η άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης και, εφόσον δικαιολογείται, την προσωρινή αποκατάσταση της πρόσβασης στην υπηρεσία. Σε περιπτώσεις ιδιαίτερης κατεπείγουσας ανάγκης μπορεί να ζητηθεί και προσωρινή διαταγή.
Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για αυτόματο δικαίωμα επαναλειτουργίας. Ο αιτών πρέπει να πιθανολογήσει τη νομική βάση της αξίωσής του και την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου, ενώ το αιτούμενο μέτρο πρέπει να είναι αναλογικό και να μην οδηγεί σε ανεπίτρεπτη οριστική ικανοποίηση του επίδικου δικαιώματος.
Επιπλέον, επειδή η ευρωπαϊκή αντισυμβαλλόμενη εταιρεία μπορεί να εδρεύει στην Ιρλανδία, πρέπει να εξετάζονται η διεθνής δικαιοδοσία, οι τυχόν συμβατικές ρήτρες και ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012. Η ύπαρξη ελληνικής επιχείρησης ή οικονομικής ζημίας στην Ελλάδα δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει σε κάθε περίπτωση δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.
Η δικαστική αντιμετώπιση του μπλοκαρίσματος επαγγελματικών και διαφημιστικών λογαριασμών μέσω ασφαλιστικών μέτρων προϋποθέτει, συνεπώς, προσεκτική διάκριση μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, του είδους του αποκλεισμού και της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης.
Η. Μπορεί η επιχείρηση να διεκδικήσει αποζημίωση για τα χαμένα έσοδα;
Η ενδεχόμενη επαναφορά του λογαριασμού δεν εξαντλεί τις αξιώσεις της επιχείρησης. Το άρθρο 54 του DSA αναγνωρίζει δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, για ζημία που προκλήθηκε από παράβαση των υποχρεώσεων του Κανονισμού. Ανάλογα με τα περιστατικά και το εφαρμοστέο δίκαιο, μπορεί επίσης να εξεταστεί συμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη.
Η αποζημίωση, πάντως, δεν απονέμεται επειδή απλώς διακόπηκε η πρόσβαση ή επειδή η επιχείρηση θεωρεί άδικη την απόφαση. Απαιτείται απόδειξη των προϋποθέσεων ευθύνης, της συγκεκριμένης ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου με την παράνομη συμπεριφορά.
Για μια επιχείρηση που εξαρτάται από τη διαδικτυακή διαφήμιση, κρίσιμα μπορεί να αποδειχθούν τα στοιχεία πωλήσεων πριν και μετά τον αποκλεισμό, οι προηγούμενες επιδόσεις των διαφημιστικών εκστρατειών, το κόστος απόκτησης πελατών και η ύπαρξη ακυρωμένων παραγγελιών. Η μείωση του τζίρου δεν ταυτίζεται αυτομάτως με αποζημιώσιμο διαφυγόν κέρδος. Ο οικονομικός αντίκτυπος πρέπει να αποτυπωθεί συγκεκριμένα και με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Θ. Τι συμβαίνει όταν μπλοκάρεται ένας λογαριασμός τεχνητής νοημοσύνης;
Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται πλέον και σε υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini. Ένας επαγγελματίας μπορεί να χάσει ξαφνικά την πρόσβαση σε συνδρομητική υπηρεσία, εργασίες και αποθηκευμένο υλικό, επειδή ένα αυτοματοποιημένο σύστημα θεώρησε εσφαλμένα ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες χρήσης.
Η βασική νομική προβληματική είναι συγγενής: υποχρέωση καλόπιστης εκπλήρωσης της σύμβασης, σαφής αιτιολόγηση όπου απαιτείται, δυνατότητα αμφισβήτησης της απόφασης και ενδεχόμενη αποκατάσταση της ζημίας. Δεν ισχύει, όμως, αυτομάτως το ίδιο θεσμικό πλαίσιο. Μια υπηρεσία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης δεν χαρακτηρίζεται αναγκαστικά διαδικτυακή πλατφόρμα κατά τον DSA, ενώ ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη δεν καθιερώνει γενικό μηχανισμό επαναφοράς αποκλεισμένων συνδρομητικών λογαριασμών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και το άρθρο 22 ΓΚΠΔ για αποφάσεις που λαμβάνονται αποκλειστικά με αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και παράγουν έννομα ή εξίσου σημαντικά αποτελέσματα για φυσικό πρόσωπο. Η εφαρμογή του, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη, ιδίως όταν ο συνδρομητής είναι νομικό πρόσωπο.
Κοινό πρόβλημα παραμένει η εξάρτηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων από υπηρεσίες των οποίων η πρόσβαση μπορεί να ανασταλεί με μονομερή απόφαση, χωρίς πάντοτε αποτελεσματικό μηχανισμό ανθρώπινης επανεξέτασης.
Ι. Πρακτική αποτίμηση: Οι πλατφόρμες δεν μπορούν να είναι ανεξέλεγκτοι δικαστές των πελατών τους
Η ψηφιακή οικονομία έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή επιχειρηματικής εξάρτησης. Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν τους πόρους για να αναπτύξουν ανεξάρτητα δίκτυα προσέλκυσης πελατών και στηρίζουν σημαντικό μέρος της εμπορικής τους δραστηριότητας στις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες. Η εξάρτηση αυτή δεν καταργεί το δικαίωμα των εταιρειών να επιβάλλουν νόμιμους και αναγκαίους περιορισμούς. Επιβάλλει, όμως, να ελέγχεται η άσκηση αυτού του δικαιώματος όταν οι συνέπειές της είναι δυσανάλογες.
Η ορθή αντιμετώπιση ενός αποκλεισμού απαιτεί άμεση συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, τεκμηριωμένη αμφισβήτηση της απόφασης, έλεγχο των διαθέσιμων ενωσιακών διαδικασιών και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, έγκαιρη προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Η επιχείρηση δεν πρέπει να θεωρεί ότι μια αυτοματοποιημένη απόρριψη αποτελεί αναγκαστικά και την οριστική απάντηση του δικαίου.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια ευρύτερη διάσταση. Όσο περισσότερες μικρές επιχειρήσεις εξαρτούν την οικονομική τους επιβίωση από έναν μόνο ψηφιακό πάροχο, τόσο περισσότερο η εφαρμογή των συμβατικών κανόνων του αποκτά συνέπειες που υπερβαίνουν την ιδιωτική σχέση μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο επιχειρεί να περιορίσει αυτή την ανισορροπία, χωρίς να αρνείται την αναγκαιότητα της εποπτείας των ψηφιακών υπηρεσιών. Η ουσία της προστασίας δεν βρίσκεται στην εξασφάλιση απεριόριστης πρόσβασης σε κάθε πλατφόρμα, αλλά στην απαίτηση οι περιορισμοί να είναι νόμιμοι, αιτιολογημένοι, αναλογικοί και ελέγξιμοι.
Διότι κανένας επαγγελματίας δεν πρέπει να κινδυνεύει να χάσει τον ψηφιακό πνεύμονα της επιχείρησής του εξαιτίας μιας απόφασης που δεν γνωρίζει ποιος έλαβε, ποιον συγκεκριμένο κανόνα εφαρμόζει και ενώπιον ποιού μπορεί πραγματικά να την αμφισβητήσει.
Ο Δημήτριος Μ. Ζιαμπάρας είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία του Δικαίου (ΕΚΠΑ) και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Aston University). Ασχολείται με το δίκαιο των νέων τεχνολογιών, το ηλεκτρονικό έγκλημα και τη δικαστική προστασία επιχειρήσεων και ιδιωτών.