Πριν και μετά τη διεθνή απαγωγή παιδιού
Ο ρόλος της διαμεσολάβησης στις διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές
Ως πολίτες του κόσμου, ταξιδεύουμε, ζούμε, εργαζόμαστε και δημιουργούμε σχέσεις πέρα από τα σύνορα ενός κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, οι γάμοι και οι σχέσεις μεταξύ προσώπων διαφορετικής εθνικότητας έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ολοένα και περισσότερων πολυπολιτισμικών και διασυνοριακών οικογενειών. Ένα παιδί μπορεί να έχει γονείς διαφορετικής εθνικότητας, να έχει γεννηθεί σε μία χώρα, να μεγαλώνει σε μια άλλη και να διατηρεί σημαντικούς οικογενειακούς, γλωσσικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με περισσότερα από ένα κράτη.
Όσο η οικογένεια παραμένει ενωμένη, η διεθνής αυτή διάσταση μπορεί να αποτελεί μεγάλο πολιτιστικό πλούτο και ξεχωριστή εμπειρία. Όταν όμως η σχέση των γονέων κλονιστεί ή οδηγηθεί σε χωρισμό, η ίδια αυτή ξεχωριστή πραγματικότητα μπορεί να δημιουργήσει διάφορα σύνθετα προβλήματα. Στα συνήθη ζητήματα ενός χωρισμού, την επιμέλεια, τη γονική μέριμνα, τον τόπο διαμονής του παιδιού, την επικοινωνία και την οικονομική του υποστήριξη, προστίθεται ένα ακόμη, συχνά καθοριστικό ερώτημα:
Σε ποια χώρα θα συνεχίσει να ζει το παιδί;
Για τον γονιό που κάποτε εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να δημιουργήσει οικογένεια στο εξωτερικό, ο χωρισμός μπορεί να δημιουργήσει ένα πραγματικό δίλημμα. Να παραμείνει σε μια χώρα με την οποία δεν επιθυμεί άλλο να διατηρεί δεσμούς ή να επιστρέψει στην πατρίδα του, κοντά στην οικογένεια, στους φίλους, στη γλώσσα και στο οικείο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον; Και, το σημαντικότερο, μπορεί να επιστρέψει παίρνοντας μαζί του το παιδί;
Εδώ μια προσωπική επιλογή παύει να αφορά αποκλειστικά τον έναν γονιό. Η μετακίνηση του παιδιού σε άλλο κράτος επηρεάζει άμεσα τη σχέση του με τον άλλο γονιό, τη συνέχεια της καθημερινότητάς του, το σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο θα ασκείται η γονική μέριμνα μετά τον χωρισμό. Η σύγκρουση μπορεί τότε να γίνει ιδιαίτερα έντονη. Ο ένας γονέας μπορεί να αντιλαμβάνεται την επιστροφή στη χώρα του ως ανάγκη για μια νέα αρχή, ο άλλος μπορεί να βιώνει την ίδια μετακίνηση ως βίαιη απομάκρυνση του παιδιού από τη ζωή του και ανατροπή της μέχρι τώρα ζωής του. Και ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις βρίσκεται το παιδί, του οποίου το βέλτιστο συμφέρον πρέπει να είναι ο άξονας κάθε απόφασης.
Εάν η διαφωνία δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, η μονομερής μετακίνηση ή παρακράτηση του παιδιού σε άλλο κράτος μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου, να οδηγήσει σε μια υπόθεση διεθνούς απαγωγής παιδιού. Τότε μια ήδη δύσκολη οικογενειακή σύγκρουση μετατρέπεται σε επείγουσα διασυνοριακή οικογενειακή διαφορά, με διαδικασίες σε περισσότερα κράτη και με σοβαρές συνέπειες πρωτίστως για το ίδιο το παιδί.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια διάσταση της διαμεσολάβησης που συχνά παραβλέπεται: Η δυνατότητά της να λειτουργήσει όχι μόνο ως μέσο επίλυσης μιας διαφοράς που έχει ήδη εκδηλωθεί, αλλά και ως εργαλείο πρόληψης της κλιμάκωσής της.
Η διαμεσολάβηση ως μέσο πρόληψης της διεθνούς απαγωγής
Η διαμεσολάβηση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική και ευεργετική πριν από την παράνομη μετακίνηση ή παρακράτηση του παιδιού, όταν η διαφωνία μεταξύ των γονέων έχει ήδη εμφανιστεί, αλλά δεν έχει ακόμη κλιμακωθεί τόσο ώστε να έχει μετατραπεί σε διασυνοριακή δικαστική διαφορά. Οταν, για παράδειγμα, ο ένας γονιός επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή να μετεγκατασταθεί σε τρίτη χώρα μαζί με το παιδί, ή όταν δημιουργούνται συγκρούσεις σχετικά με το διαβατήριό του παιδιού, ή ο ένας γονιός εκφράζει τον φόβο ότι το παιδί ενδέχεται να μην επιστρέψει μετά τις διακοπές.
Σε αυτή τη χρονική στιγμή υπάρχει συχνά ακόμη περιθώριο διαλόγου. Στο σημείο αυτό, η διαμεσολάβηση δεν καλείται απλώς να επιλύσει μια υφιστάμενη διαφορά, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρόληψης μιας πολύ σοβαρότερης διασυνοριακής σύγκρουσης.
Η σύγκρουση, επομένως, δεν αφορά απλώς το ερώτημα «φεύγει ή δεν φεύγει το παιδί», αλλά δύο διαφορετικά οικογενειακά σενάρια ζωής, που πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να συμφιλιωθούν. Ο φόβος του γονιού που μένει πίσω, συγκρούεται με την ελπίδα του γονιού που φεύγει με το παιδί.
Μέσα από τη διαμεσολάβηση μπορούν να εξεταστούν με τρόπο συνολικό ζητήματα που δύσκολα αποτυπώνονται σε ένα απλό «ναι» ή «όχι» στη μετεγκατάσταση. Ποια θα είναι η χώρα και οι συνθήκες διαμονής του παιδιού ; Η σχολική του ζωή; Η επικοινωνία με τον γονέα που θα βρίσκεται σε άλλη χώρα; Οι διακοπές και οι γιορτές, τα ταξίδια και το κόστος τους, η έκδοση και κατοχή των ταξιδιωτικών εγγράφων, αλλά και οι συγκεκριμένες εγγυήσεις για την επιστροφή του παιδιού όταν μετακινείται προσωρινά από το ένα κράτος στο άλλο.
Η αξία της διαδικασίας βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα να μετατρέψει ένα δίλημμα που αρχικά φαίνεται απόλυτο σε μια σειρά συγκεκριμένων ζητημάτων για τα οποία μπορούν να συζητηθούν αναλυτικά πρακτικές και εξατομικευμένες λύσεις, πριν καταστούν ζητήματα δικαστικής κρίσης. Μια συμφωνία μπορεί, για παράδειγμα, να επιτρέπει τη μετεγκατάσταση του παιδιού και συγχρόνως να προβλέπει και τον χρόνο επικοινωνίας με τον άλλο γονέα, μεγαλύτερες περιόδους παραμονής κατά τις σχολικές διακοπές, τακτική διαδικτυακή επικοινωνία, κατανομή των εξόδων μετακίνησης και συγκεκριμένες προβλέψεις για τα ταξίδια του παιδιού μεταξύ των δύο κρατών.
Η προληπτική αυτή λειτουργία αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της Σύμβασης της Χάγης του 1980 για τις διεθνείς απαγωγές παιδιών. Η Σύμβαση θεσπίζει έναν μηχανισμό για την αντιμετώπιση της παράνομης μετακίνησης ή παρακράτησης παιδιού πέραν των συνόρων. Κατά το άρθρο 3, η μετακίνηση ή παρακράτηση θεωρείται παράνομη όταν παραβιάζει δικαιώματα επιμέλειας που υφίστανται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή παρακράτησή του και τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν πράγματι ή θα ασκούνταν εάν δεν είχε μεσολαβήσει η μετακίνηση ή παρακράτηση.
Η Σύμβαση, επομένως, ενεργοποιείται όταν η οικογενειακή σύγκρουση έχει ήδη περάσει ένα κρίσιμο όριο. Το παιδί έχει μετακινηθεί ή παρακρατείται σε άλλο κράτος και πλέον τίθεται ζήτημα άμεσης επιστροφής του. Η διαμεσολάβηση, αντιθέτως, μπορεί να παρέμβει πριν από αυτό το σημείο, όταν ακόμη υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνηθούν οι όροι μιας νόμιμης μετεγκατάστασης ή μιας προσωρινής μετακίνησης και να αποφευχθεί η δημιουργία τετελεσμένων.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια γενική δήλωση καλής πρόθεσης. Στις διεθνείς οικογενειακές διαφορές χρειάζεται να είναι συγκεκριμένη, λειτουργική και, το πιο σημαντικό, να εξετάζεται εάν και με ποιον τρόπο μπορεί να αποκτήσει έννομα αποτελέσματα και να αναγνωριστεί ή να εκτελεστεί στα εμπλεκόμενα κράτη. Η ασφάλεια που δημιουργεί μια σαφής και νομικά αποτελεσματική διασυνοριακή συμφωνία μπορεί να μειώσει τόσο τον φόβο του γονέα που μένει πίσω όσο και την αίσθηση αδιεξόδου του γονέα που επιθυμεί να μετακινηθεί.
Υπό αυτή την έννοια, η διαμεσολάβηση δεν λειτουργεί απλώς ως εναλλακτική λύση στην αντιδικία. Μπορεί να λειτουργήσει ένα βήμα νωρίτερα: να αποτρέψει μια διαφωνία για τη μετεγκατάσταση σε άλλη χώρα από το να εξελιχθεί σε υπόθεση διεθνούς απαγωγής παιδιού.
Όταν η απαγωγή έχει ήδη συμβεί - Η διαμεσολάβηση στο πλαίσιο της Σύμβασης της Χάγης του 1980
Όταν η παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού έχει ήδη συμβεί, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της Σύμβασης της Χάγης του 1980, με βασικό σκοπό την άμεση επιστροφή του παιδιού, χωρίς να διερευνώνται ζητήματα γονικής μέριμνας. Φυσικά δεν μπορεί από μόνη της, να ρυθμίσει τη μελλοντική ζωή μιας οικογένειας που πλέον εκτείνεται σε δύο κράτη.
Η Σύμβαση της Χάγης αναγνωρίζει τη σημασία της συναινετικής επίλυσης περιπτώσεων αυτού του είδους. Το άρθρο 7 προβλέπει ότι οι Κεντρικές Αρχές οφείλουν να συνεργάζονται και, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της εκούσιας επιστροφής του παιδιού ή για τη διευκόλυνση μιας φιλικής επίλυσης της διαφοράς. Η λογική της συνεργασίας και της συναινετικής διευθέτησης βρίσκεται, συνεπώς, ήδη μέσα στο ίδιο το διεθνές πλαίσιο προστασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμεσολάβηση μπορεί να λειτουργήσει παράλληλα με τον μηχανισμό της Σύμβασης, χωρίς να τον υποκαθιστά. Οι γονείς μπορούν να διευθετήσουν όχι μόνο το ζήτημα της επιστροφής ή μη του παιδιού, αλλά και τις πρακτικές συνέπειες αυτής της επιλογής: τον τόπο διαμονής του, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, τις μετακινήσεις μεταξύ των δύο χωρών και, όσο είναι εφικτό, το πλαίσιο για τη μελλοντική άσκηση της γονικής τους μέριμνας.
Η διαμεσολάβηση στις υποθέσεις αυτές έχει, όμως, μία κρίσιμη ιδιαιτερότητα: ο χρόνος είναι καθοριστικός. Η διαδικασία της Σύμβασης της Χάγης είναι σχεδιασμένη ως ταχεία διαδικασία και η προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αιτία καθυστέρησης της διαδικασίας επιστροφής. Για τον λόγο αυτό, η διαμεσολάβηση σε υποθέσεις διεθνούς απαγωγής απαιτεί ταχύτητα, εξειδίκευση και γνώση του διασυνοριακού νομικού πλαισίου.
Η σημασία της είναι, ωστόσο, ουσιαστική: μια δικαστική απόφαση μπορεί να απαντήσει στο άμεσο ερώτημα της επιστροφής του παιδιού. Δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει τη γονεϊκή συνεργασία ούτε να οργανώσει όλες τις πτυχές της ζωής μιας οικογένειας που πλέον εκτείνεται σε δύο διαφορετικές χώρες.
Η διαμεσολάβηση μέσα στη νόμιμη διαδικασία επιστροφής (Brussels IIb)
Η σημασία της συναινετικής επίλυσης στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών αποτυπώνεται ρητά και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111 (Βρυξέλλες ΙΙb). Ειδικότερα, το άρθρο 25 προβλέπει ότι το δικαστήριο καλεί, όσο το δυνατόν νωρίτερα και σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, τα μέρη να εξετάσουν εάν επιθυμούν να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση ή άλλο μέσο εναλλακτικής επίλυσης της διαφοράς, εκτός εάν αυτό αντίκειται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, δεν είναι κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση ή θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η πρόβλεψη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική: η διαμεσολάβηση δεν αντιμετωπίζεται ως μια παράλληλη ή απλά προαιρετική επιλογή, αλλά εντάσσεται ρητά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο αντιμετώπισης της διεθνούς απαγωγής παιδιών, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού και την ανάγκη ταχείας εξέλιξης της διαδικασίας.
Τι μπορεί να λύσει η διαμεσολάβηση που δεν λύνει μόνη της μια απόφαση επιστροφής.
Μια απόφαση επιστροφής απαντά στο άμεσο νομικό ζήτημα της επιστροφής του παιδιού στο κράτος της συνήθους διαμονής του, δεν ρυθμίζει, όμως, από μόνη της όσα πρέπει να συμβούν την επόμενη ημέρα. Μέσω της διαμεσολάβησης, οι γονείς μπορούν να συμφωνήσουν πώς θα πραγματοποιηθεί η επιστροφή και πώς θα οργανωθεί στη συνέχεια η ζωή του παιδιού: πού θα διαμένει, σε ποιό σχολείο θα φοιτά, πώς θα επικοινωνεί με τον γονιό που βρίσκεται σε άλλη χώρα, πώς θα οργανώνονται οι μετακινήσεις του, η κατανομή των εξόδων του και πώς θα λαμβάνονται οι καθημερινές και οι σημαντικές αποφάσεις που το αφορούν.
Η απόφαση επιστροφής ορίζει πού θα επιστρέψει το παιδί, η διαμεσολάβηση μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να συμφωνήσουν πώς θα διαμορφωθεί η ζωή και η καινούργια καθημερινότητά του από την επόμενη ημέρα.
Η φωνή του παιδιού
Ο αθέατος πρωταγωνιστής μιας τέτοιας σύγκρουσης είναι το παιδί, του οποίου η ζωή μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να αλλάξει χώρα, σπίτι, σχολείο, γλώσσα και καθημερινότητα. Γι’ αυτό και η φωνή του έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι απόψεις, οι ανάγκες και τα συναισθήματά του, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, πρέπει να μπορούν να ακουστούν σε μια διαδικασία που επηρεάζει τόσο καθοριστικά τη ζωή του. Ο Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙb, στο άρθρο 26, επεκτείνει την εφαρμογή του άρθρου 21 και στις διαδικασίες επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης του 1980. Το παιδί που είναι ικανό να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις, πρέπει να έχει πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να τις εκφράσει, άμεσα ή μέσω εκπροσώπου, ενώ οι απόψεις του εκτιμώνται ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.
Η ίδια αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και στη διαμεσολάβηση. Το να ακούγεται η φωνή του παιδιού δεν σημαίνει ότι του ζητείται να επιλέξει γονέα ή να αναλάβει το βάρος της απόφασης. Σημαίνει ότι οι ανάγκες, οι φόβοι και οι επιθυμίες του λαμβάνονται σοβαρά υπόψη για τη διαμόρφωση μιας συμφωνίας που αφορά, τελικά, τη δική του ζωή.
Τα όρια της διαμεσολάβησης
Πριν από την έναρξη της διαμεσολάβησης απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως όταν υπάρχουν ισχυρισμοί ενδοοικογενειακής βίας, φόβος για την ασφάλεια του γονέα ή του παιδιού, σοβαρή ανισορροπία ισχύος ή αδυναμία ενός μέρους να συμμετάσχει ελεύθερα και ουσιαστικά στη διαδικασία. Η ύπαρξη τέτοιων παραγόντων δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στον αποκλεισμό της διαμεσολάβησης, επιβάλλει όμως αυξημένη αξιολόγηση κινδύνου και, όπου η διαδικασία κρίνεται κατάλληλη, ειδικές εγγυήσεις για την ασφαλή και ισότιμη συμμετοχή των μερών. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας πρέπει, παράλληλα, να γίνεται χωρίς να παραβλέπεται ο επείγων χαρακτήρας της διαδικασίας επιστροφής.
Η ιδιαιτερότητα της διασυνοριακής οικογενειακής διαμεσολάβησης
Η διασυνοριακή οικογενειακή διαμεσολάβηση παρουσιάζει ιδιαίτερες απαιτήσεις, καθώς εμπλέκονται περισσότερα νομικά συστήματα, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Για τον λόγο αυτό απαιτεί ειδικά εκπαιδευμένους οικογενειακούς διαμεσολαβητές, με γνώση του διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου, διαπολιτισμική κουλτούρα και ικανότητα διαχείρισης ιδιαίτερα σύνθετων και υψηλής έντασης οικογενειακών συγκρούσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μοντέλο του διεθνούς οργανισμού MiKK (International Mediation Centre for Family Conflict and Child Abduction), το οποίο εφαρμόζει τη συνδιαμεσολάβηση με διαμεσολαβητές διαφορετικού επαγγελματικού, γλωσσικού και πολιτισμικού υπόβαθρου, ώστε η διαδικασία να ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν πληρέστερα στη διεθνή διάσταση της οικογενειακής διαφοράς.
Η συμφωνία πρέπει να «ταξιδεύει»
Σε μια διασυνοριακή οικογενειακή διαφορά δεν αρκεί οι γονείς να καταλήξουν σε συμφωνία, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η συμφωνία αυτή θα μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα και πέρα από τα σύνορα του κράτους στο οποίο καταρτίστηκε. Πριν από την ολοκλήρωσή της χρειάζεται, επομένως, να εξετάζεται με ποιον τρόπο θα αποκτήσει την απαιτούμενη νομική ισχύ και πώς, εφόσον χρειαστεί, θα μπορεί να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στα κράτη με τα οποία συνδέεται η οικογένεια.
Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η συνδρομή δικηγόρων με εξειδίκευση στο διεθνές οικογενειακό δίκαιο, οι οποίοι μπορούν να συμβουλεύουν κάθε μέρος ως προς τις έννομες συνέπειες της συμφωνίας και να ελέγχουν τις απαιτούμενες διαδικασίες για την αναγνώριση και την εκτέλεσή της στα εμπλεκόμενα κράτη. Μια ρύθμιση για τη διαμονή του παιδιού, την επικοινωνία, τα ταξίδια ή την επιστροφή του έχει πραγματική αξία μόνο εφόσον μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά και στην άλλη χώρα.
Στη διασυνοριακή διαμεσολάβηση, επομένως, δεν αρκεί να επιτευχθεί μια καλή συμφωνία, χρειάζεται μια συμφωνία που να μπορεί πράγματι να «ταξιδεύει» μαζί με την οικογένεια.
Επίλογος
Στις διεθνείς οικογενειακές διαφορές, η διαμεσολάβηση δεν υποκαθιστά τους μηχανισμούς δικαστικής προστασίας ούτε τη διαδικασία άμεσης επιστροφής του παιδιού. Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει πριν η σύγκρουση οδηγήσει στην παράνομη μετακίνηση ή παρακράτηση, και όταν αυτή έχει ήδη συμβεί, να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας βιώσιμης διασυνοριακής συμφωνίας. Διότι μια δικαστική απόφαση μπορεί να κρίνει αν το παιδί πρέπει να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής του, δεν μπορεί, όμως, από μόνη της να λύσει το ουσιαστικότερο ζήτημα: πώς θα συνεχιστεί η ζωή του παιδιού και πώς θα διατηρηθεί ζωντανή η σχέση του και με τους δύο γονείς, όταν πλέον τους χωρίζουν σύνορα.