Διαφήμιση

Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για παραβίαση προσωπικών δεδομένων λόγω ελλιπούς αιτιολογίας (ΑΠ 912/2026)

Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τον τρόπο επέμβασης στο αρχείο του δικαστηρίου, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει αντίγραφο του εγγράφου, τον τρόπο που αυτό περιήλθε σε τρίτο, τον σκοπό της αντιγραφής και της επέμβασης, ούτε το περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε να κριθεί αν πράγματι περιείχε προσωπικά δεδομένα

anairese-katadikastikes-apophases-gia-parabiase-prosopikon-dedomenon-logo-ellipous-aitiologias-ap-9122026

Δεκτή έγινε από τον Άρειο Πάγο αναίρεση απόφασης με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τον Ν. 4624/2019 (ΑΠ 912/2026).

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατέστησε προσιτά, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, δεδομένα που αφορούσαν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας, τα οποία απέκτησε αφού επενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, αφού απέκτησε πρόσβαση σε ποινική δικογραφία, έλαβε στην κατοχή του αντίγραφο εγγράφου του Τμήματος Καταδιωκτικών και Στατιστικής της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο προσκόμισε με την προσθήκη - αντίκρουσή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, προς υποστήριξη αγωγής του σε βάρος τρίτων, καθιστώντας το, έτσι, προσιτό στους δικαστές και στον γραμματέα του δικαστηρίου αυτού.

Κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς δεν εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομοτυπική υπόσταση του επίμαχου εγκλήματος.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο με τη σειρά του αντιγράφει το κατηγορητήριο, χωρίς να παρατίθενται πρόσθετα αναγκαία στοιχεία, ενώ το διατακτικό δεν είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Πιο συγκεκριμένα, δεν αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων ή τρίτος επενέβη στο αρχείο του δικαστηρίου όπου τηρούνταν η ποινική δικογραφία, ούτε αν ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα να λάβει αντίγραφο του εγγράφου ως διάδικος ή μη, ούτε, σε περίπτωση που το αντίγραφο έλαβε τρίτος, ο τρόπος με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κατοχή του.

Επιπλέον, δεν αναφέρεται αν η αντιγραφή και η επέμβαση στο αρχείο έγιναν για διαφορετικό σκοπό από εκείνον για τον οποίο ενδεχομένως επετράπησαν, ήτοι όχι για την υποστήριξη της κατηγορίας αλλά για τη γνωστοποίηση, χωρίς δικαίωμα, του περιεχομένου του εγγράφου σε άλλη εκκρεμή δίκη μεταξύ των διαδίκων. Τέλος, δεν εκτίθεται το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, ώστε να κριθεί αν περιείχε προσωπικά δεδομένα και, πολύ περισσότερο, καταδίκες ή εκκρεμείς κατηγορίες σε βάρος του εγκαλούντος, προκειμένου να στοιχειοθετείται η επιβαρυντική περίσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019.

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίθηκε πως η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 1α, 2 και 3 του Ν. 4624/2019.

Απόσπασμα απόφασης

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες εκτίθενται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την νομοτυπική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, το οποίο επίσης αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, χωρίς να παρατίθενται σ' αυτό πρόσθετα στοιχεία, που είναι αναγκαία εν προκειμένω για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, αφού το διατακτικό δεν είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ή κάποιος τρίτος επενέβη στο ποινικό Αρχείο του Δικαστηρίου όπου τηρούνταν η με Α.Β.Μ. … ποινική δικογραφία, με εγκαλούντα τον κατηγορούμενο Π. - Φ. Γ. του Σ. και εγκαλούμενους τον νυν εγκαλούντα Κ. Κ. του Γ. και την Κ. Π., προκειμένου να λάβει αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στο σκεπτικό από τη σχετική δικογραφία, ούτε εάν αυτός (αναιρεσείων) είχε ή όχι δικαίωμα να λάβει αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου (σε περίπτωση που ήταν διάδικος ή όχι στη δικογραφία, αντίστοιχα) ή, σε περίπτωση που κάποιος τρίτος έλαβε το παραπάνω αντίγραφο, δεν αιτιολογείται ο τρόπος, με τον οποίο το έγγραφο αυτά περιήλθε στην κατοχή του, δεν αναφέρεται αν η αντιγραφή της εν λόγω ποινικής δικογραφίας από τον αναιρεσείοντα και η επέμβασή του σε αυτή έγινε για διαφορετικό σκοπό από εκείνον για τον οποίο ενδεχομένως του επετράπη, ήτοι όχι για την υποστήριξη της θέσης του, ως παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας, σε περίπτωση που ήταν διάδικος στην άνω ποινική υπόθεση, αλλά για να γνωστοποιήσει, χωρίς δικαίωμα, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σε άλλη δίκη που εκκρεμούσε μεταξύ των διαδίκων, επιπλέον, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, ήτοι του υπ' αριθ. πρωτ. …2015 εγγράφου του 9ου Τμήματος Καταδιωκτικών και Στατιστικής της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ώστε να αιτιολογείται αν αυτό περιείχε προσωπικά δεδομένα για τον εγκαλούνται και ακόμη περισσότερο καταδίκες ή εκκρεμείς κατηγορίες για συγκεκριμένα αδικήματα σε βάρος του εγκαλούντος Κ. Κ., ώστε να στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική υπόσταση η επιβαρυντική περίσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 4624/2029. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 1 α, 2 και 3 του Ν.4624/2019 , οι οποίες έτσι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.