Διαφήμιση

Υπέρβαση εξουσίας λόγω διπλής καταδίκης για την ίδια μερικότερη πράξη σε κατ’ εξακολούθηση έγκλημα (ΑΠ 300/2026)

Στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης από συμβολαιογράφο ως υπάλληλο – Αναιρείται εν μέρει η καταδικαστική απόφαση, η οποία συνυπολόγισε δύο φορές την ίδια μερικότερη πράξη και κατά την επιμέτρηση της ποινής

uperbase-exousias-logo-diples-katadikes-gia-ten-idia-merikotere-praxe-se-kat-exakolouthese-egklema-ap-3002026

Με πρόσφατη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η καταδίκη του κατηγορουμένου δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη εγκλήματος που τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση συνιστά υπέρβαση εξουσίας, εξετάζοντας συγχρόνως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ψευδούς βεβαίωσης που τελείται από συμβολαιογράφο ως υπάλληλο (ΑΠ 300/2026).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, περί ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), η οποία αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 α ́ και 263 Α ΠΚ, καθ ̓ ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί εντός των πλαισίων της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, να πρόκειται για έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 γ ́ ΠΚ και δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο με πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε βεβαιούμενο σε αυτό γεγονός, να βεβαιώνεται στο έγγραφο αυτό ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικό σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και να συντρέχει δόλος, έστω και ενδεχόμενος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να παράγουν έννομες συνέπειες.

Ο συμβολαιογράφος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός κατά τον Ν. 2830/2000, οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξης που αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη, να ασκεί τα καθήκοντά του ευσυνείδητα και αμερόληπτα, να καταχωρίζει τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων κατά τρόπο σαφή και αναλλοίωτο και να μη συντάσσει δικαιοπραξία προδήλως άκυρη κατά τα υποπίπτοντα στην αντίληψή του στοιχεία.

Συνεπώς, διαπράττει ψευδή βεβαίωση ο συμβολαιογράφος, ο οποίος από πρόθεση παραλείπει την καταχώριση περιστατικού που υποπίπτει στην αντίληψή του ή καταχωρίζει περιστατικό σαφώς αντίθετο από εκείνο που υποπίπτει σε αυτήν και δύναται, κατά τους ορισμούς του νόμου, να επηρεάσει το κύρος της βεβαιούμενης από αυτόν δήλωσης.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ ́ ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή, ενώ έχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι. Υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν, επί κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, μερικότερη πράξη που διατηρεί την αυτοτέλειά της έχει υποπέσει σε παραγραφή και το δικαστήριο καταδικάζει τον κατηγορούμενο και γι’ αυτήν. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, υπέρβαση εξουσίας συνιστά και η καταδίκη του κατηγορουμένου δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη επί κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, με συνυπολογισμό της δύο φορές και κατά την επιμέτρηση της επιβαλλόμενης ποινής.

Εν προκειμένω, διαπιστώθηκε ότι το δικαστήριο της ουσίας, καθ’ υπέρβαση εξουσίας, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη, η οποία περιγραφόταν με δύο διαφορετικούς αύξοντες αριθμούς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, συνυπολογίζοντας αυτήν διπλά και κατά την επιβολή της ποινής φυλάκισης.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα, συμβολαιογράφος, είχε καταδικαστεί για ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση, λόγω της σύνταξης σειράς συμβολαιογραφικών πράξεων εκούσιας αναγνώρισης τέκνων και ενός συμφώνου συμβίωσης, στις οποίες καταχωρίστηκαν ψευδείς δηλώσεις αλλοδαπών ως βιολογικών πατέρων ανηλίκων ημεδαπών τέκνων, προκειμένου οι τελευταίοι να αποκτήσουν άδεια διαμονής στη χώρα. Από τη συγκριτική επισκόπηση των επιμέρους πράξεων που αποδόθηκαν στην κατηγορουμένη προέκυψε ότι η πράξη που αφορούσε την ίδια συμβολαιογραφική πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνου, της ίδιας ημερομηνίας και με το ίδιο περιεχόμενο, είχε καταχωριθεί δύο φορές ως αυτοτελής μερικότερη πράξη, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί δύο φορές για την ίδια πράξη και η πράξη αυτή να συνυπολογιστεί διπλά κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Απόσπασμα απόφασης

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (ΑΠ 1314/2025, ΑΠ 1230/2022, ΑΠ 784/2020).Επομένως, υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για αξιόποινη πράξη της οποίας το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, καθώς και όταν επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος μερικότερη πράξη αυτού, η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της, υπέπεσε σε παραγραφή και το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο και γι' αυτήν (ΑΠ 1568/2022, ΑΠ 810/2020) και επομένως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και όταν επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος καταδίκασε τον κατηγορούμενο δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη. Από την επισκόπηση του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη, που περιγράφεται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, με τα στοιχεία (6) και (14), συνυπολογίζοντας την εν λόγω πράξη δύο φορές και κατά την επιβολή της παραπάνω επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των δεκαοκτώ (18) μηνών, και συγκεκριμένα, για την πράξη του ότι :"την 02.05.2017 συνέταξε την υπ' αριθμ. ....2017 συμβολαιογραφική πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνου, στην οποία καταχώρησε τόσο την ψευδή δήλωση πατρότητας του Α. (A.) Α. (A.) του Ρ. Μ. (M. R.) ότι αναγνωρίζει ως δικό του το άρρεν τέκνο που απέκτησε από τις σχέσεις τους, εκτός γάμου, με την Α. Γ. του Α. , το οποίο γεννήθηκε στις ....2015 στο Ριο Πατρέων Αχαϊας, όσο και την ψευδή δήλωση της τελευταίας ότι ο προαναφερόμενος αλλοδαπός είναι ο βιολογικός πατέρας του ως άνω ανηλίκου τέκνου της και συναινεί στην εκούσια αναγνώρισή του, αν και γνώριζε ότι οι δηλώσεις αυτές των ανωτέρω ήταν ψευδείς και, συνακόλουθα, ότι ήταν ψευδές το βεβαιωθέν από αυτήν γεγονός ότι ο Α. (A.) Α. (A.) του Ρ. Μ. (M. R.) , είναι ο βιολογικός πατέρας του ως άνω ανηλίκου". Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ περί υπέρβασης εξουσίας ένεκα της καταδίκης της αναιρεσείουσας δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, είναι βάσιμος.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.