Αρχή της μη αυτοενοχοποίησης: Αξιοποίηση μαρτυρικής κατάθεσης τρίτου περί προφορικής ομολογίας του κατηγορουμένου (ΑΠ 394/2024)
Απόρριψη αναίρεσης κατηγορουμένου – Δεν παραβιάζεται η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης από την αποδεικτική αξιοποίηση όσων ο δράστης αποκάλυψε οικειοθελώς σε τρίτους πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης
Απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο αναίρεση κατηγορουμένου, ο οποίος είχε καταδικαστεί για το πλημμέλημα της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης, με το ανώτατο δικαστήριο να ερμηνεύει τα όρια της προστασίας της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης (ΑΠ 394/2024).
Το ανώτατο δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει τη νομιμότητα της αποδεικτικής αξιοποίησης της κατάθεσης ενός μάρτυρα, ο οποίος μετέφερε στο ακροατήριο την προφορική παραδοχή του κατηγορουμένου για την τέλεση της πράξης, η οποία έλαβε χώρα τόσο επί του τόπου του εγκλήματος όσο και κατά τη μετέπειτα προσέλευσή του στο Δασαρχείο για εξηγήσεις, σε χρόνο όμως προγενέστερο της υποβολής μήνυσης και της απόδοσης της ιδιότητας του κατηγορουμένου.
Ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι η λήψη υπόψη της συγκεκριμένης μαρτυρικής κατάθεσης από το δικαστήριο της ουσίας επέφερε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω προσβολής των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και εξαναγκασμού του σε αυτοενοχοποίηση.
Ο Άρειος Πάγος, ωστόσο, απέρριψε τον σχετικό λόγο αναίρεσης ως αβάσιμο, προβαίνοντας σε μια σαφή διάκριση ως προς το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω θεμελιώδους αρχής. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο επεσήμανε ότι η απόλυτη ακυρότητα ιδρύεται όταν αξιοποιείται αποδεικτικά εις βάρος του κατηγορουμένου η ίδια η έγγραφη ένορκη εξέτασή του, η οποία δόθηκε κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή αυτεπάγγελτης προανάκρισης πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, καθώς και η χωρίς τη συναίνεσή του χρήση όσων επιβαρυντικών είχε ο ίδιος καταθέσει σε επίσημο δικονομικό στάδιο.
Αντίθετα, όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, δεν επέρχεται καμία παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης όταν το δικαστήριο, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης, λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά για τον σχηματισμό της κρίσης του το περιεχόμενο μιας αυθόρμητης, προφορικής συνομιλίας του κατηγορουμένου με τρίτα πρόσωπα, η οποία διεξήχθη εκτός του πλαισίου κάποιας επίσημης ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι τρίτοι δεν εμποδίζονται να εισφέρουν στην αποδεικτική διαδικασία μέσω των μαρτυρικών τους καταθέσεων οτιδήποτε πληροφορήθηκαν οικειοθελώς από τον κατηγορούμενο κατά την προδικασία. Εφόσον οι αποκαλύψεις αυτές έγιναν με τη θέλησή του και δεν αποτελούν προϊόν εξέτασης υπό επίσημη ιδιότητα, η αποδεικτική τους αξιοποίηση είναι απολύτως σύννομη και δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης.
Απόσπασμα απόφασης
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2, 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης ένορκης εξέτασής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του δικαστηρίου, των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004, ΑΠ 1383/2020). Δεν επέρχεται, όμως, παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου από την αποδεικτική αξιοποίηση όσων ο ίδιος, με τη θέληση του, αποκάλυψε κατά την προδικασία σε τρίτους με άλλον τρόπο, και όχι με την εξέτασή του, οι οποίοι (τρίτοι) δεν εμποδίζονται να αναφέρουν ο,τιδήποτε πληροφορήθηκαν από αυτόν στις μαρτυρικές καταθέσεις τους, η αποδεικτική αξιοποίηση των οποίων είναι σύννομη και δεν προκαλεί καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επίσης δεν παραβιάζεται η προαναφερόμενη αρχή, όταν το δικαστήριο, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, το περιεχόμενο προφορικής συνομιλίας του κατηγορουμένου με τρίτους πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η οποία (συνομιλία) δεν έγινε κατά τη διενέργεια ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του και δεν έχει καταγραφεί νόμιμα σε υλικό φορέα (ΑΠ 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, λήφθηκε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκτός άλλων, και η κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας Π. Κ. και ειδικότερα η περικοπή της, περί του ότι ο ίδιος άκουσε τον κατηγορούμενο, κατά τη συνομιλία τους, τόσο επί του τόπου τέλεσης του εγκλήματος της εκχέρσωσης, αμέσως μετά την τέλεσή της, να παραδέχεται την πράξη του, ότι δηλαδή αυτός διάνοιξε τρακτερόδρομο, με σκοπό να φθάσει τα προσημασμένα από τη Δασική Υπηρεσία προς υλοτόμηση δένδρα της συστάδας 3γ του χαρακτηρισμένου Δημόσιου Δάσους Νότιας Περίκλειας, τα οποία δεν μπορούσε να φθάσει διαφορετικά, όσο και αμέσως μετά τη διαπίστωση του ύψους της σχετικής ζημίας από την υλοτόμηση των πιο πάνω οκτώ (8) δένδρων, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο Δασαρχείο για εξηγήσεις, πριν αυτός προβεί σε οποιαδήποτε κατάθεση και πριν ακόμη υποβληθεί μήνυση εναντίον του και πριν να του αποδοθεί κατηγορία από τον δημόσιο κατήγορο. Η αποδεικτική αξιοποίηση από το Δικαστήριο της περικοπής της ως άνω κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος δεν εμποδίζεται να αναφέρει στην μαρτυρική του κατάθεση όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τη θέληση του, του αποκάλυψε κατά την προδικασία με άλλον τρόπο, και όχι με την εξέταση του, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχείο VΙ, σύννομη, δεν παραβιάζει την αρχή της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε προκαλεί καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Συνακόλουθα, ο σχετικός, δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης, είναι αβάσιμος.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos..gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινική Δικονομία
- Ποινικό Δίκαιο