Ψευδής καταγγελία με σκοπό την παρεμπόδιση αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 468/2025)
Απόρριψη αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για το αδίκημα του άρθρου 230 του νέου ΠΚ
Απορρίφθηκε αναίρεση κατά απόφασης, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταγγελίας κατ’ άρθρο 230 του νέου ΠΚ, με σκοπό την παρεμπόδιση νόμιμης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 468/2025).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, η διάταξη του άρθρου 230 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα είναι ευμενέστερη έναντι της προϊσχύσασας, καθώς προβλέπει ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή, αντί της ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά η ψευδής παράσταση στην αρχή ότι τελέστηκε κακούργημα ή πλημμέλημα χωρίς να καθίσταται άλλος ύποπτος και υποκειμενικά άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του δράστη ότι η καταγγελία είναι ψευδής και ότι δεν τελέσθηκε αδίκημα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ότι, κατόπιν δικαστικής απόφασης που υποχρέωνε την αναιρεσείουσα και άλλους δικαστικούς επιμελητές να επιδείξουν και να παραδώσουν αντίγραφα εκθέσεων επίδοσης και πράξεων εκτέλεσης, η αρμόδια δικαστική επιμελήτρια μετέβη στην επαγγελματική έδρα της αναιρεσείουσας για την διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, η αναιρεσείουσα, ενώ γνώριζε την ιδιότητα της επιμελήτριας και τον νόμιμο σκοπό της εκτέλεσης, κάλεσε το Κέντρο Άμεσης Δράσης και παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αστυνομικούς ότι βρισκόταν σε εξέλιξη διάρρηξη στο γραφείο της, προκειμένου να επιτύχει τη διακοπή της εκτέλεσης.
Κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι σε αυτή περιγράφεται με σαφήνεια και πληρότητα η γνώση της αναιρεσείουσας για το ψευδές της καταγγελίας της. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις κρίθηκαν απαράδεκτες διότι έπλητταν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα.
Απόσπασμα απόφασης
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ήταν απούσα από την επαγγελματική της έδρα και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως ότι τα έγγραφα που αφαιρούσε η δικαστική επιμελήτρια ήταν τα αναφερόμενα στην 4950/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δεν γνώριζε πού ακριβώς τα μετέφερε η δικαστική επιμελήτρια και ότι πίστευε ότι η εκτέλεση της απόφασης ήταν μη σύννομη και διενεργήθηκε παράνομα κατά την απουσία της, είναι αβάσιμες, καθόσον από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται στην ανωτέρω απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, αναφέρεται με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογίας η ψευδής καταγγελία στην οποία προέβη η κατηγορουμένη στην αστυνομική αρχή ότι στην επαγγελματική της έδρα βρίσκεται σε εξέλιξη διάρρηξη και η γνώση της ότι η καταγγελία αυτή είναι ψευδής και δεν τελέσθηκε αδίκημα και συγκεκριμένα αναφέρεται κατά λέξη ότι "η αναιρεσείουσα ενώ γνώριζε, όπως και η ίδια ακόμη δέχεται στην απολογία της, και αποδεικνύεται, και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ότι είχε μεταβεί στα άνω γραφεία που στεγαζόταν και η ίδια, η υποστηρίζουσα την κατηγορία δικαστική επιμελήτρια, Ξ. Κ., προς αναγκαστική εκτέλεση της άνω δικαστικής απόφασης, κάλεσε (η πρώτη κατηγορουμένη) τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης (100) και παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς προς τους επιληφθέντες της κλήσεως αστυνομικούς, ότι δήθεν στην εν λόγω επαγγελματική της έδρα βρισκόταν σε εξέλιξη διάρρηξη, δηλώνοντας, μάλιστα, ότι είχε πληροφορηθεί τούτο από γείτονες και δεν αποδεικνύεται ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός της ότι όταν κάλεσε την Αμεση Δράση ανέφερε στους αστυνομικούς ότι η ίδια είναι δικαστική επιμελήτρια και ότι στο γραφείο της βρισκόταν μία άλλη δικαστική επιμελήτρια η οποία αφαιρεί χωρίς δικαίωμα καθόσον αντικρουεται πλήρως από το αναγνωσθέν από 8-2-2018 (αριθμ πρωτ ...) έγγραφο της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής από το οποίο με σαφήνεια και πληρότητα προκύπτει ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κάλεσε τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης την 30-11-2016 και περί ώρα 14.41 αφού δήλωσε δήλωσε ότι ονομάζεται "Π.", ζήτησε να επιληφθεί η Άμεση Δράση για διάρρηξη σε γραφείο δικαστικού λειτουργού στο ισόγειο επί της οδού ... στο ... και ότι για την διάρρηξη αυτή είχε ενημερωθεί από γείτονες.
Συνεπεία της ως άνω ψευδούς καταγγελίας της αρμόδιοι αστυνομικοί μετέβησαν στον τόπο εκτέλεσης, όπου η δικαστική επιμελήτρια ανακοίνωσε στα αστυνομικά όργανα την ιδιότητά της, δείχνοντας και την ταυτότητά της και τους εξήγησε τον λόγο παρουσίας της στο σημείο, οπότε εκείνοι, διαπιστώνοντας το ψευδές της αναφοράς της πρώτης κατηγορουμένης, αποχώρησαν και μάλιστα αφού εκδήλωσαν την έκπληξη και την αγανάκτησή τους για το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε περίπτωση διάρρηξης και κλοπής και η καταγγελία ήταν πλήρως αβάσιμη" Κατόπιν των ανωτέρω, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης είναι αβάσιμες και επομένως, οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της περί ενοχής απόφασης και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 230 ΠΚ., είναι αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές σχετικές με το λόγο αυτό αιτιάσεις της αναιρεσείουσας συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της απόφασης και επομένως ανεπίτρεπτα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινικό Δίκαιο