Αυστρία: Η κρυφή βιντεοσκόπηση σε ιδιωτικό χώρο τρίτου δεν καλύπτεται από την εξαίρεση της οικιακής δραστηριότητας
Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εξαίρεση της προσωπικής/οικιακής δραστηριότητας δεν εφαρμόζεται όταν η καταγραφή εκτείνεται εκτός της ιδιωτικής σφαίρας του προσώπου που πραγματοποιεί την επεξεργασία
Τα όρια εφαρμογής της εξαίρεσης της προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας εξέτασε το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Αυστρίας Bundesverwaltungsgericht, με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2025 (W258 2242162-1/24E), επί υπόθεσης κρυφής βιντεοσκόπησης σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης και διαβίβασης του καταγεγραμμένου υλικού σε τρίτο πρόσωπο.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορούσε καταγγελία γυναίκας σε βάρος γείτονά της, τον οποίο κατηγόρησε ότι είχε εγκαταστήσει κρυφή κάμερα στον χώρο στάθμευσής της, προκειμένου να παρακολουθεί τις προσωπικές της επαφές. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ο καταγγελλόμενος υποψιαζόταν ότι ο σύντροφός του διατηρούσε ερωτική σχέση με τη γειτόνισσά του και επιχείρησε να επιβεβαιώσει τις υποψίες του μέσω κρυφής βιντεοσκόπησης. Για τον σκοπό αυτό, εισήλθε χωρίς άδεια στην κλειστή θέση στάθμευσης της γυναίκας, η οποία βρισκόταν σε κοινόχρηστο υπόγειο γκαράζ συγκροτήματος κατοικιών, και απέκρυψε εκεί ένα iPad με ενεργοποιημένη την κάμερα. Ακολούθως, παρέλαβε τη συσκευή και δημιούργησε φωτογραφίες από το βιντεοσκοπημένο υλικό, είτε με τη λήψη στιγμιοτύπων οθόνης είτε φωτογραφίζοντας την αναπαραγωγή του βίντεο με το κινητό του τηλέφωνο.
Οι επίμαχες φωτογραφίες απεικόνιζαν, μεταξύ άλλων, την καταγγέλλουσα στον χώρο στάθμευσής της, καθώς και τον μεγαλύτερο γιο της και τον πρώην σύντροφο του καταγγελλομένου, ο οποίος σε ορισμένες λήψεις διακρινόταν να χρησιμοποιεί μια μπλε ομπρέλα, προκειμένου, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, να μη γίνεται αντιληπτός. Ο καταγγελλόμενος άντλησε τις φωτογραφίες από το iPad και τις διαβίβασε μέσω WhatsApp στον πρώην σύντροφο της γυναίκας, επιδιώκοντας, σύμφωνα με τις δικαστικές διαπιστώσεις, να προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ των δύο.
Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον της αυστριακής αρχής προστασίας δεδομένων DSB κατόπιν καταγγελίας της γυναίκας, η οποία υποστήριξε ότι ο γείτονάς της είχε παραβιάσει το δικαίωμά της στην εμπιστευτικότητα των προσωπικών δεδομένων, καταγράφοντας εικόνες της ίδιας και των παιδιών της και διαβιβάζοντας το υλικό σε τρίτο πρόσωπο. Ενώπιον της αρχής, ο καταγγελλόμενος αρνήθηκε ότι είχε εγκαταστήσει κρυφή κάμερα στον χώρο στάθμευσης της γυναίκας, υποστηρίζοντας ότι διατηρούσε μόνο μια κάμερα και αυτή στο αυτοκίνητό του, με σκοπό την προστασία της περιουσίας του, ενώ οι επίμαχες φωτογραφίες τού είχαν αποσταλεί ανώνυμα.
Η DSB έκανε δεκτή την καταγγελία, διαπιστώνοντας ότι η λήψη φωτογραφιών στον χώρο στάθμευσης της γυναίκας και η διαβίβασή τους στον πρώην σύντροφό της συνιστούσαν παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Έκρινε, επίσης, ότι δεν είχε εφαρμογή η εξαίρεση της προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας, καθώς η επεξεργασία επεκτεινόταν στη σφαίρα τρίτου προσώπου και δεν περιοριζόταν σε αποκλειστικά προσωπικές ή οικογενειακές δραστηριότητες. Επί της απόφασης αυτής, ο καταγγελλόμενος προσέφυγε στο Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, ζητώντας την ακύρωσή της.
Η εξαίρεση της προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας
Στο επίκεντρο της νομικής αξιολόγησης βρέθηκε το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. γ ́ ΓΚΠΔ, το οποίο εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από φυσικά πρόσωπα στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως στις αποφάσεις Ryneš (C-212/13) και Jehovantodistajat (C-25/17).
Σύμφωνα με την κρίση του, όταν η βιντεοεπιτήρηση εκτείνεται έστω και εν μέρει σε δημόσιο χώρο, υπερβαίνει την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου που πραγματοποιεί την επεξεργασία και δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα. Κατά μείζονα λόγο, η εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν η βιντεοεπιτήρηση καταλαμβάνει τον ιδιωτικό χώρο τρίτου προσώπου και η επεξεργασία πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Το Δικαστήριο εξέτασε αυτοτελώς και τη διαβίβαση των φωτογραφιών, κρίνοντας ότι ούτε αυτή καλυπτόταν από την εξαίρεση, καθώς πραγματοποιήθηκε προς πρόσωπο εκτός του στενού κύκλου του καταγγελλομένου, με σκοπό την πρόκληση προσωπικής αντιπαράθεσης.
Παραβίαση των αρχών της θεμιτής επεξεργασίας και της διαφάνειας
Έχοντας αποκλείσει την εφαρμογή της οικιακής εξαίρεσης, το Δικαστήριο εξέτασε τη νομιμότητα της καταγραφής και της περαιτέρω διαβίβασης των φωτογραφιών υπό το πρίσμα των αρχών που καθιερώνει το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α ́ ΓΚΠΔ, εστιάζοντας ειδικότερα στις απαιτήσεις της θεμιτής επεξεργασίας και της διαφάνειας.
Ως προς την αρχή της θεμιτής επεξεργασίας (αντικειμενικότητας), το Δικαστήριο, παραπέμποντας στη νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Αυστρίας, επισήμανε ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πρέπει να παραμένει εντός των ορίων εκείνων που το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί ευλόγως να αναμένει. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται στην πράξη η επεξεργασία πρέπει να ανταποκρίνεται σε όσα ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνωστοποιεί ή παρουσιάζει σχετικά με αυτήν. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η μυστική εγκατάσταση κάμερας σε ιδιωτικό χώρο τρίτου και η διαβίβαση των καταγεγραμμένων εικόνων δεν ανταποκρίνονταν στις εύλογες προσδοκίες της καταγγέλλουσας, ενώ ο συγκεκαλυμμένος χαρακτήρας της καταγραφής απέκλειε κάθε δυνατότητα να αντιληφθεί την πραγματοποίησή της.
Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η συλλογή προσωπικών δεδομένων μέσω κάμερας που είχε εγκατασταθεί κρυφά και χωρίς άδεια σε ιδιωτικό χώρο τρίτου, ούτε η μεταγενέστερη διαβίβαση των δεδομένων αυτών αποτελούσαν ενέργειες τις οποίες θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει η καταγγέλλουσα. Επιπλέον, ο κρυφός χαρακτήρας της καταγραφής συνεπαγόταν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον θεμιτό χαρακτήρα της επεξεργασίας. Για τους λόγους αυτούς, τόσο η συλλογή όσο και η διαβίβαση των φωτογραφιών κρίθηκε ότι παραβίαζαν την αρχή της αντικειμενικότητας.
Αυτοτελή εξέταση πραγματοποίησε το Δικαστήριο και ως προς την αρχή της διαφάνειας, επικαλούμενο την αιτιολογική σκέψη 39 ΓΚΠΔ. Όπως επισήμανε, η διαφανής επεξεργασία προϋποθέτει ότι το υποκείμενο των δεδομένων γνωρίζει πως προσωπικά δεδομένα που το αφορούν υποβάλλονται σε επεξεργασία, ποια είναι η έκταση της επεξεργασίας αυτής και σε ποιον βαθμό τα δεδομένα πρόκειται να υποβληθούν σε περαιτέρω επεξεργασία.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κρυφή εγκατάσταση της κάμερας είχε ως αποτέλεσμα η καταγγέλλουσα να αγνοεί πλήρως ότι πραγματοποιείτο καταγραφή εικόνων της, καθώς και την έκταση της συλλογής των προσωπικών της δεδομένων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συλλογή και η διαβίβαση των φωτογραφιών παραβίαζαν και την αρχή της διαφάνειας.
Κατά συνέπεια, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε παράνομες τόσο τη δημιουργία των φωτογραφιών όσο και τη διαβίβασή τους στον πρώην σύντροφο της καταγγέλλουσας, θεμελιώνοντας την κρίση του στην παραβίαση των δύο επιμέρους αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. α ́ ΓΚΠΔ.
Η επισήμανση της αρχής προστασίας δεδομένων του Λιχτενστάιν
Την απόφαση αυτή σχολίασε η αρχή προστασίας δεδομένων του Λιχτενστάιν Datenschutzstelle, η οποία επεσήμανε ότι κατά τη βιντεοσκόπηση στον προσωπικό χώρο απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να καταγράφεται πράγματι αποκλειστικά ο χώρος του χρήστη.
Όπως υπογραμμίζει, ακόμη και η μερική καταγραφή δημόσιου χώρου συνεπάγεται υπαγωγή της επεξεργασίας στον ΓΚΠΔ, με υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεών του, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης νόμιμης βάσης και της συμμόρφωσης με την αρχή της διαφάνειας. Η κρίση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο για την καταγραφή ιδιωτικού χώρου τρίτου χωρίς τη συγκατάθεσή του.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα