Εξέταση αιτήματος πρόσβασης σε βιντεοληπτικό υλικό όταν το υποκείμενο δεν θυμάται την ημερομηνία του περιστατικού
Η δανική αρχή προστασίας δεδομένων αποδοκίμασε την άρνηση της εταιρείας να εξετάσει το αίτημα υποκειμένου που είχε περιγράψει την εμφάνισή του και είχε προσδιορίσει χρονικά το επίμαχο συμβάν σε διάστημα δέκα ημερών
Μπορεί ένας υπεύθυνος επεξεργασίας να αρνηθεί να εξετάσει αίτημα πρόσβασης σε υλικό βιντεοεπιτήρησης, επειδή το υποκείμενο των δεδομένων δεν θυμάται με ακρίβεια την ώρα ή ακόμη και την ημέρα του επίμαχου συμβάντος; Μπορεί ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας να διαγράψει το υλικό αυτό, μετά την άσκηση του δικαιώματος, επικαλούμενος τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου διατήρησής του; Τα ερωτήματα αυτά απασχόλησαν την αρχή προστασίας δεδομένων της Δανίας Datatilsynet, η οποία υπήρξε απολύτως επικριτική ως προς τη συμπεριφορά του υπευθύνου επεξεργασίας, απευθύνοντάς του αυστηρή επίπληξη.
Η υπόθεση αφορούσε αίτημα πολίτη προς τη Metro Service, εταιρεία που διαχειρίζεται τη λειτουργία του μετρό της Κοπεγχάγης, για πρόσβαση σε βιντεοσκοπημένο υλικό από τον σταθμό Kongens Nytorv, όπου είχε βιώσει συγκεκριμένο περιστατικό. Λόγω ιδιαίτερων προσωπικών συνθηκών, ο ενδιαφερόμενος αδυνατούσε να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία, περιορίζοντας την αναζήτηση σε δέκα ημέρες και στις ώρες 00:00–06:00, είχε ωστόσο παράσχει περιγραφή της εξωτερικής του εμφάνισης, του χώρου αλλά και των ιδιαίτερων συνθηκών του συμβάντος.
Η εταιρεία αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για την ταυτοποίησή του και ότι η αναζήτηση θα απαιτούσε υπερβολικό χρόνο εργασίας, ενώ στη δεύτερη απάντησή της επικαλέστηκε και λόγους δημόσιας ασφάλειας, καθώς η χορήγηση του υλικού θα μπορούσε να αποκαλύψει τα τυφλά σημεία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης. Αυτό που δεν επικαλέστηκε, παρά μόνο όταν η υπόθεση έφτασε στη Datatilsynet, ήταν πως το υλικό είχε ήδη διαγραφεί, ως εκ τούτου η χορήγησή του ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη.
Η αδυναμία ταυτοποίησης και ο υπερβολικός χρόνος αναζήτησης
Η Metro Service ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει τον καταγγέλλοντα στις καταγραφές των καμερών ασφαλείας, καθώς η περιγραφή της εξωτερικής του εμφάνισης ήταν υπερβολικά γενική και θα μπορούσε να αντιστοιχεί με μεγάλο αριθμό επιβατών. Παράλληλα, επικαλέστηκε τον υπερβολικό χρόνο που θα απαιτούσε η εξέταση του υλικού, δεδομένου ότι το αίτημα κάλυπτε διάστημα δέκα ημερών, κατά τις ώρες 00:00–06:00, και η αναζήτηση θα έπρεπε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, να πραγματοποιηθεί στις καταγραφές πολλών διαφορετικών καμερών. Η εταιρεία επισήμανε ακόμη ότι η ταχύτητα αναπαραγωγής του βίντεο δεν μπορούσε να υπερβεί το τετραπλάσιο της κανονικής χωρίς να εμφανίζονται διακοπές στην εικόνα, γεγονός που περιόριζε περαιτέρω τη δυνατότητα ταχείας αναζήτησης.
Το πρώτο ζήτημα που κλήθηκε να εξετάσει η Datatilsynet δεν αφορούσε, επομένως, την εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου που υπέβαλε το αίτημα, αλλά τη δυνατότητα εντοπισμού του συγκεκριμένου προσώπου μέσα στο βιντεοσκοπημένο υλικό. Η αρχή δεν δέχθηκε ότι η γενικότητα της περιγραφής της εξωτερικής εμφάνισης αρκούσε για την απόρριψη του αιτήματος, επισημαίνοντας ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συγκεκριμένες πληροφορίες αφορούν ένα φυσικό πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 1 ΓΚΠΔ, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα δεδομένα.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην απόφασή της, «όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα αίτημα πρόσβασης είναι προδήλως αβάσιμο, η απόρριψή του αποκλειστικά με βάση την περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ υπάρχουν πρόσθετα στοιχεία που επιτρέπουν τον ειδικότερο προσδιορισμό των προσωπικών δεδομένων στα οποία αφορά το αίτημα, δεν συνάδει, κατά κανόνα, με το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α ́ ΓΚΠΔ. Η ύπαρξη περισσότερων πρόσθετων πληροφοριών θα πρέπει, κατά κανόνα, να οδηγεί στη διενέργεια περαιτέρω ερευνών και, ενδεχομένως, στην επικοινωνία με το υποκείμενο των δεδομένων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ. 6 ΓΚΠΔ».
Στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων δεν είχε περιοριστεί στην περιγραφή της εμφάνισής του, αλλά είχε αναφερθεί σε ένα ασυνήθιστο περιστατικό, προσδιορίζοντας τον χώρο στον οποίο συνέβη και ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο η επιβατική κίνηση ήταν περιορισμένη. Κατά την εκτίμηση της δανικής αρχής, ο συνδυασμός των πληροφοριών αυτών μπορούσε να επιτρέψει την εξατομίκευση του συμβάντος και, μέσω αυτής, τον εντοπισμό του εμπλεκόμενου προσώπου, χωρίς η Metro Service να έχει αποδείξει ότι μια τέτοια αναζήτηση ήταν αδύνατη.
Ως προς τον επικαλούμενο φόρτο εργασίας, η Datatilsynet υπενθύμισε ότι η απόρριψη αιτήματος ως υπερβολικού, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 ΓΚΠΔ, προϋποθέτει την απόδειξη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης, η οποία δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από τον χρόνο που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Αμφισβήτησε, μάλιστα, την ανάγκη εξέτασης των καταγραφών από όλες τις κάμερες, παρατηρώντας ότι θα μπορούσε αρχικά να αναζητηθεί το περιστατικό μέσω μίας κάμερας που κάλυπτε τον συγκεκριμένο χώρο και, εφόσον προσδιοριζόταν ο χρόνος του συμβάντος, να εξεταστούν στη συνέχεια οι αντίστοιχες καταγραφές από τις υπόλοιπες κάμερες.
Αξιοποιώντας τον ισχυρισμό της καταγγελλόμενης πως το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική εικόνα σε αναπαραγωγή μεγαλύτερη του τετραπλάσιου της κανονικής ταχύτητας, η δανική αρχή προχώρησε τη σκέψη της και διατύπωσε και μια γενικότερη θέση σχετικά με τη χρήση τεχνολογικών συστημάτων επεξεργασίας εικόνας. Όπως επεσήμανε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διασφαλίζει πως οι τεχνολογίες που επιλέγει δεν παρεμποδίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων. Κατά συνέπεια, οι τεχνικές δυσκολίες αναζήτησης δεδομένων που απορρέουν από τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος βιντεοεπιτήρησης δεν μπορούν, κατ' αρχήν, να δικαιολογήσουν την αδυναμία ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης.
Τέλος, η Metro Service είχε επικαλεστεί λόγους δημόσιας ασφάλειας, υποστηρίζοντας ότι η χορήγηση καταγραφών θα μπορούσε να αποκαλύψει τα τυφλά σημεία του συστήματος επιτήρησης. Η Datatilsynet έκρινε ότι η επίκληση αυτή δεν μπορούσε να δικαιολογήσει μια γενική άρνηση πρόσβασης, καθώς απαιτείτο συγκεκριμένη στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων, η οποία δεν είχε πραγματοποιηθεί, αφού η εταιρεία δεν είχε καν αναζητήσει το επίμαχο υλικό ώστε να αξιολογήσει τους κινδύνους που θα συνεπαγόταν η χορήγησή του.
Η διαγραφή που ματαίωσε τη δυνατότητα προσφυγής
Μια δεύτερη, εξίσου σημαντική πτυχή της υπόθεσης αφορούσε τη διαγραφή του βιντεοσκοπημένου υλικού, την οποία η Metro Service, το πρώτον ενώπιον της αρχής, επικαλέστηκε ως πρόσθετο λόγο αδυναμίας ικανοποίησης του αιτήματος πρόσβασης. Η εταιρεία υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την πολιτική της, οι καταγραφές από τις κάμερες ασφαλείας διαγράφονταν μετά την πάροδο 30 ημερών και ότι, κατά τον χρόνο παραλαβής του αιτήματος, το επίμαχο υλικό δεν ήταν πλέον διαθέσιμο.
Από την εξέταση των χρονικών δεδομένων, ωστόσο, προέκυψε μια ουσιώδης αντίφαση. Ο καταγγέλλων είχε υποβάλει το αίτημά του 27 ημέρες μετά την πρώτη ημέρα της δεκαήμερης περιόδου στην οποία αναφερόταν, ενώ αυτό διαβιβάστηκε στη Metro Service από τον εκτελούντα την επεξεργασία τρεις ημέρες αργότερα. Συνεπώς, ακόμη και εάν είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος διατήρησης για τις παλαιότερες καταγραφές, το υλικό των υπόλοιπων ημερών θα έπρεπε να εξακολουθεί να είναι διαθέσιμο. Επιπλέον, ο καταγγέλλων είχε ζητήσει ρητά τη διατήρηση των καταγραφών ενόψει ενδεχόμενης έρευνας, χωρίς η εταιρεία να τον ενημερώσει, στις δύο απορριπτικές απαντήσεις της, ότι το υλικό είχε διαγραφεί.
Η Datatilsynet έκρινε ότι η Metro Service όφειλε, μετά την παραλαβή του αιτήματος, να εντοπίσει τις σχετικές καταγραφές και να διασφαλίσει την προσωρινή διατήρησή τους, ακόμη και μετά τη συμπλήρωση της συνήθους προθεσμίας διαγραφής. Όπως διευκρίνισε, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται αποκλειστικά για την ικανοποίηση συγκεκριμένου αιτήματος πρόσβασης, ενώ ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες ώστε η αυτόματη ή προγραμματισμένη διαγραφή των δεδομένων να μην καθιστά αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων.
Η σημασία της υποχρέωσης αυτής δεν εξαντλείται στην εξέταση του αρχικού αιτήματος. Κατά την αρχή, όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνείται την πρόσβαση και στη συνέχεια διαγράφει τα επίμαχα δεδομένα, στερεί ουσιαστικά από το υποκείμενο τη δυνατότητα να προσβάλει αποτελεσματικά την άρνηση ενώπιον της εποπτικής αρχής ή των δικαστηρίων, ζητώντας την επανεξέταση του δικαιώματός του. Για τον λόγο αυτό, η Datatilsynet έκρινε ότι η μεταγενέστερη διαγραφή των καταγραφών παραβίασε τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, καθώς ματαίωσε τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής προστασίας του καταγγέλλοντος.
Η Datatilsynet επισήμανε, τέλος, ότι η προσωρινή διατήρηση του υλικού πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλα μέτρα προστασίας των τρίτων προσώπων που ενδεχομένως εμφανίζονται στις καταγραφές, όπως η απόκρυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών τους, ώστε η ικανοποίηση του αιτήματος πρόσβασης να μην οδηγεί σε αδικαιολόγητη επεξεργασία των δικών τους δεδομένων.
Για την παράνομη άρνηση πρόσβασης και τη μεταγενέστερη διαγραφή των δεδομένων, η δανική αρχή απηύθυνε αυστηρή επίπληξη στη Metro Service, διαπιστώνοντας παραβάσεις των άρθρων 5 παρ. 1 στοιχ. α ́, 12 παρ. 2 και 5 και 15 ΓΚΠΔ.
Υπενθυμίζεται πως η Δανία είναι μια εκ των δύο χωρών του ΓΚΠΔ, στις οποίες δεν προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα (αιτ.σκ. 151), ενώ μάλιστα στην περίπτωσή της, η επιβολή προστίμου προϋποθέτει τη διαβίβαση της απόφασης στην αστυνομική και δικαστική αρχή, προκειμένου να αποφασιστεί η τυχόν άσκηση ποινικής δίωξης και εν τέλει να επιβληθεί πρόστιμο ως ποινική κύρωση. Για τον λόγο αυτό, η δανική αρχή πολύ συχνά καταφεύγει στη λύση της αυστηρής επίπληξης, ως ένδειξη της αυξημένης βαρύτητας της αποδοκιμασίας της κριθείσας συμπεριφοράς.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα