Άρνηση εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης: Δεν αρκεί η δυσαναλογία μεταξύ της επιβληθείσας ποινής και της σοβαρότητας του αδικήματος (ΔΕΕ C-583/24)
Κατ’ εξαίρεση δικαιολογημένη η άρνηση εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης επιτρέπει ή επιβάλλει ποινές απάνθρωπες ή εξευτελιστικές
Το Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης, στην υπόθεση Tagu, έκρινε πως, για την άρνηση εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δεν αρκεί η προβαλλόμενη δυσαναλογία μεταξύ της επιβληθείσας ποινής και της σοβαρότητας του αδικήματος (ΔΕΕ C-583/24).
Το δικαστήριο επισημαίνει ότι η άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί πάντως, κατ’ εξαίρεση, να είναι δικαιολογημένη, σε περίπτωση που η νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης επιτρέπει, ή ακόμη και επιβάλλει, στερητικές της ελευθερίας ποινές που είναι τόσο δυσανάλογες ώστε να ισοδυναμούν με απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές, ή σε περίπτωση που η εθνική αυτή νομοθεσία δεν λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποκλείει τη συνεκτίμηση των ατομικών περιστάσεων
Ιστορικό υπόθεσης
Τον Δεκέμβριο του 2023, ο DZ καταδικάστηκε αμετάκλητα, στη Ρουμανία, σε ποινή κάθειρξης επτά ετών επειδή εισήγαγε στη χώρα τρία γραμμάρια κάνναβης και τέσσερα χάπια MDMA. Τον Ιανουάριο του 2024, ρουμανικό δικαστήριο εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, προκειμένου να εκτίσει την ποινή του στη Ρουμανία.
Ενώπιον του δικαστηρίου του Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), το οποίο κλήθηκε να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση του DZ στις ρουμανικές αρχές, ο DZ εναντιώθηκε στην παράδοσή του υποστηρίζοντας ότι η ποινή που του είχε επιβληθεί ήταν δυσανάλογη. Ισχυρίστηκε ότι τα ναρκωτικά προορίζονταν για προσωπική χρήση της συζύγου του, η οποία τα χρησιμοποιούσε για ανακούφιση του πόνου. Το ολλανδικό δικαστήριο επισημαίνει ότι επρόκειτο για μικροποσότητες ναρκωτικών και ότι το ζευγάρι δεν είχε την πρόθεση να κάνει διακίνηση.
Κατά το ολλανδικό δικαστήριο, ο ρουμανικός νόμος επέβαλλε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ελάχιστη ποινή κάθειρξης επτά ετών για την εισαγωγή ναρκωτικών «υψηλού κινδύνου», όπως το MDMA. Πέραν του περιορισμένου περιθωρίου μείωσης της ποινής, τα ρουμανικά δικαστήρια δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη ούτε τη μικρή ποσότητα των ναρκωτικών ούτε το γεγονός ότι αυτά προορίζονταν για προσωπική χρήση, ή τουλάχιστον ότι είχαν εισαχθεί χωρίς πρόθεση διακίνησης. Επιπλέον, δεν υπήρχε ούτε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον DZ.
Στο πλαίσιο αυτό, το ολλανδικό δικαστήριο ζητεί από το ΔΕΕ να διευκρινίσει εάν το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει στην αρχή που είναι αρμόδια για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να αρνηθεί την παράδοση του ενδιαφερομένου με την αιτιολογία ότι η επιβληθείσα ποινή είναι δυσανάλογη σε σχέση με το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε και, συνακόλουθα, αντίθετη προς την κατοχυρωμένη στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχή της αναλογικότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών.
Η κρίση του ΔΕΕ
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ευθύς εξ αρχής ότι οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών έχουν θεμελιώδη σημασία στο ενωσιακό δίκαιο. Πλην εξαιρετικών περιστάσεων, κάθε κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να δέχεται ότι τα άλλα κράτη μέλη, κατά τεκμήριο, τηρούν το ενωσιακό δίκαιο και, ιδίως, σέβονται τα κατοχυρωμένα στο ενωσιακό δίκαιο θεμελιώδη δικαιώματα. Οι ως άνω αρχές συνεπάγονται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποτελεί τον κανόνα, ενώ άρνηση εκτέλεσης χωρεί μόνον κατ’ εξαίρεση.
Ο τυχόν δυσανάλογος χαρακτήρας της ποινής δεν περιλαμβάνεται, αυτός καθ’ εαυτόν, στους λόγους μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης τους οποίους προβλέπει ρητώς ο ενωσιακός νομοθέτης.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί, ή ακόμη και οφείλει, να αρνηθεί να εκτελέσει ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όταν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος η παράδοση του ενδιαφερομένου να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
Η ανάλυση του κατά πόσον πράγματι συντρέχει τέτοιος κίνδυνος πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνεται σε δύο διαδοχικά στάδια. Σε πρώτο στάδιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι υφίστανται, στο κράτος μέλος έκδοσης, συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες, ή πλημμέλειες που επηρεάζουν μια αντικειμενικά προσδιορίσιμη ομάδα προσώπων στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος. Μόνον εφόσον πληρούται η πρώτη αυτή προϋπόθεση μπορεί η δικαστική αρχή εκτέλεσης, σε δεύτερο στάδιο, να εξετάσει συγκεκριμένα και με εμπεριστατωμένο τρόπο εάν ο εκζητούμενος, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής του κατάστασης, διατρέχει όντως πραγματικό κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ΔΕΕ κρίνει ότι οι αποκλίσεις, ακόμη και σημαντικές, μεταξύ των ποινών που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών δεν αρκούν, από μόνες τους, για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών. Ελλείψει πλήρους εναρμόνισης του ποινικού δικαίου, οι επιλογές των κρατών μελών σε θέματα αντεγκληματικής πολιτικής δεν αποκλείεται, στην πράξη, να αποκλίνουν σημαντικά. Αν επιτρεπόταν στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να ελέγχει την αναλογικότητα μιας ποινής επειδή αυτή θα ήταν λιγότερο αυστηρή στο δικό της νομικό σύστημα, θα αναγνωριζόταν κατ’ ουσίαν στη δικαστική αρχή εκτέλεσης μια γενική αρμοδιότητα ελέγχου των ποινικών αποφάσεων που εκδίδονται στα άλλα κράτη μέλη, όπερ προσκρούει στις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Επομένως, πλημμέλειες ικανές να δικαιολογήσουν έναν τέτοιο έλεγχο είναι δυνατόν να διαπιστωθούν μόνον εάν η νομοθεσία ή η δικαστική πρακτική του κράτους μέλους έκδοσης αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό και εάν δεν υπάρχει αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας το οποίο να μπορεί θεραπεύσει την παραβίαση της προαναφερθείσας αρχής. Τούτο συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, όταν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει, ή ακόμη και επιβάλλει, ποινές τόσο δυσανάλογες ώστε να καθίστανται απάνθρωπες ή εξευτελιστικές, ή όταν οι εφαρμοστέοι κανόνες αποκλείουν οποιαδήποτε συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος και δεν επιτρέπουν στον δικαστή να λάβει υπόψη τις ατομικές περιστάσεις της υπόθεσης, ώστε να προσαρμόσει ανάλογα την ποινή.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ελάχιστη ποινή της επταετούς κάθειρξης με την οποία ο ρουμανικός νόμος τιμωρεί την εισαγωγή ναρκωτικών «υψηλού κινδύνου» δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτή καθ’ εαυτήν, ως απάνθρωπη ή εξευτελιστική. Επιπλέον, στο ρουμανικό δίκαιο χωρεί εξατομίκευση της ποινής. Ο δικαστής μπορεί να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της διάπραξης του αδικήματος, την ποσότητα των ναρκωτικών και τυχόν ελαφρυντικές ή ιδιαίτερες περιστάσεις, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, δύναται να μεταβάλει τον χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως, με συνέπεια ενδεχόμενη μείωση της ποινής. Σημειωτέον, εξάλλου, ότι ο DZ είχε τη δυνατότητα, της οποίας και έκανε χρήση, να προσβάλει την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση τόσο με έφεση όσο και με αναίρεση.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίμαχη ρουμανική νομοθετική ρύθμιση δεν εμφανίζει πλημμέλειες ικανές να δικαιολογήσουν την άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο
- Ποινικό Δίκαιο