Διαφήμιση

Πειθαρχική ποινή σε δικηγόρο λόγω επίδειξης αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς σε δικαστή (ΣτΕ 705/2026)

Απόρριψη αίτησης ακύρωσης – Τα όρια της προστατευτικής εμβέλειας του δικαιώματος των δικηγόρων να ασκούν κριτική κατά δικαστικών λειτουργών

peitharkhike-poine-se-dikegoro-logo-epideixes-anaxioprepous-sumperiphoras-se-dikaste-ste-7052026

Απορρίφθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης δικηγόρου κατά απόφασης του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου περί επιβολής πειθαρχικής ποινής λόγω τέλεσης του παραπτώματος της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, κατά παράβαση διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος (ΣτΕ 705/2026).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η αιτούσα περιέλαβε σε υπόμνημα που συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε η ίδια ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, για λογαριασμό του εντολέα της, στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης που είχε ανοίξει κατόπιν άσκησης φορολογικής προσφυγής, απρεπείς και προσβλητικές εκφράσεις και αναφορές οι οποίες έθιγαν το κύρος της δικαιοσύνης και την υπόληψη και την ακεραιότητα συγκεκριμένης δικαστικής λειτουργού.

Κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας – δικηγόρου, η πειθαρχική καταδίκη της συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας έκφρασης του δικηγόρου, η οποία σχετίζεται με την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος και είναι ζωτικής και καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α.

Το δικαστήριο έκανε αναφορά στη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. σχετικά με την έκταση της προστατευτικής εμβέλειας του δικαιώματος των δικηγόρων να ασκούν κριτική στους δικαστές τόσο εντός των αιθουσών των δικαστηρίων, όσο και εκτός, κατόπιν στάθμισης και εξισορρόπησης αφενός μεν της κεντρικής θέσης που κατέχουν οι δικηγόροι στην απονομή της δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία, καθόσον αποτελούν τους μεσάζοντες ανάμεσα στα δικαστήρια και στο κοινό, καθώς και της αναπόσπαστης σύνδεσης της ελευθερίας της έκφρασης των δικηγόρων με την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος, αφετέρου δε του θεσμικού ρόλου των δικαστικών οργάνων σε μια δημοκρατική κοινωνία ως εγγυητών της δικαιοσύνης, η οποία είναι θεμελιώδης αξία στο κράτος δικαίου, και της συνακόλουθης υποχρέωσης των δικαστών, ακριβώς εξαιτίας του ότι λειτουργούν «στο πλαίσιο θεμάτων δημοσίου συμφέροντος», να εμπνέουν εμπιστοσύνη και σεβασμό ως προς την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους όχι μόνο στους διαδίκους αλλά και στο ευρύ κοινό και να ανέχονται πιο σκληρή ή αυστηρή προσωπική κριτική σε σύγκριση με τους απλούς ιδιώτες, σε σχέση με τους οποίους, όμως, το δικαίωμα άμυνας είναι πιο περιορισμένο, καθόσον οι δικαστές πρέπει να επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση και διακριτικότητα λόγω της ιδιότητάς τους όσον αφορά τις απαντήσεις τους στους ασκούντες κριτική εναντίον τους.

Εν προκειμένω, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πειθαρχικώς ελεγκτέα συμπεριφορά της αιτούσας συνίστατο στο ότι στο ανωτέρω υπόμνημα έκανε αναφορά στο γεγονός ότι η δικαστής, η οποία είχε οριστεί ως εισηγήτρια της υπόθεσης επί της προσφυγής του εντολέα της, εκτελούσε εντολές και διαταγές συγκεκριμένων οργάνων της Διοίκησης και ότι τα τελευταία της υπαγόρευαν το περιεχόμενο των αποφάσεων που υπέγραφε και δημοσίευε κατά την άσκηση του λειτουργήματός της.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εν λόγω αναφορά της αιτούσας δεν συνοδευόταν από συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία τεκμηρίωναν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η ως άνω σοβαρή κατηγορία εναντίον της δικαστικής λειτουργού.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου όσο και ενώπιον του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου, κάποιο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύονται επαρκώς τα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα όσων ανέφερε στο υπόμνημά της, ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο οι αιχμηρές αναφορές της να είχαν ευθέως ως αποκλειστικό σκοπό την προσβολή της προσωπικής εντιμότητας της συγκεκριμένης δικαστικής λειτουργού, για μόνο τον λόγο ότι καθυστέρησε να εκδώσει οριστική απόφαση, ευνοϊκή για τα συμφέροντα του εντολέα της αιτούσας. Το δικαστήριο επεσήμανε δε ότι η αιτούσα είχε αναμφίβολα τη δυνατότητα να προβάλει τις αιτιάσεις της για τυχόν νομικές πλημμέλειες της δικαστικής απόφασης χωρίς να κάνει χρήση αμιγώς απαξιωτικών και προσβλητικών εκφράσεων σε βάρος του προσώπου της δικαστικής λειτουργού.

Κρίθηκε, συνεπώς, απορριπτέος ο λόγος ακύρωσης περί παραβίασης του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α.

Περίληψη της απόφασης είναι διαθέσιμη στο adjustice.gr.