Διαφήμιση

Γονεϊκή αποξένωση: Απόρριψη αναίρεσης μητέρας που καταδικάστηκε για παραβίαση απόφασης ρύθμισης επικοινωνίας ανηλίκου με τον πατέρα (ΑΠ 946/2025)

Η άρνηση του ανηλίκου να επικοινωνήσει με τον γονέα, όταν είναι επίκτητη και οφείλεται στην αποξενωτική συμπεριφορά του άλλου γονέα, δεν αναιρεί το αξιόποινο της μη συμμόρφωσης προς τη δικαστική ρύθμιση επικοινωνίας

goneike-apoxenose-aporripse-anaireses-meteras-pou-katadikasteke-gia-parabiase-apophases-ruthmises-epikoinonias-anelikou-me-ton-patera

Με απόφαση του Αρείου Πάγου επικυρώθηκε η καταδίκη μητέρας σε φυλάκιση οκτώ μηνών για παραβίαση κατ' εξακολούθηση δικαστικής απόφασης περί ρύθμισης της επικοινωνίας του πατέρα με την ανήλικη κόρη τους (ΑΠ 946/2025).

Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι η άρνηση του ανήλικου τέκνου να δει τον πατέρα του δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά καλλιεργήθηκε από τη μητέρα, η οποία με πρόθεση επεδίωκε την αποξένωσή του από αυτόν.

Πιο αναλυτικά, απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης μητέρας, η οποία είχε καταδικαστεί σε δεύτερο βαθμό σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για παραβίαση διάταξης δικαστικής απόφασης κατ' εξακολούθηση (κατ’ άρθρο 169Α παρ. 1 ΠΚ), επειδή με πρόθεση δεν παρέδωσε την ανήλικη κόρη της στον πατέρα, κατά τις ημέρες που είχε ρυθμιστεί δικαστικά η επικοινωνία τους, αποστερώντας τον από το δικαίωμα επικοινωνίας. Η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι η ματαίωση της επικοινωνίας δεν οφειλόταν σε εκείνη, αλλά στην επίμονη άρνηση της ανήλικης, η οποία έπασχε από διαταραχή προσκόλλησης και άγχος αποχωρισμού.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, απαιτείται η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη, ενώ για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης. Η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα με το ανήλικο τέκνο, καίτοι διαπλαστική και όχι καταψηφιστική, δεν χρειάζεται να διαλαμβάνει εξαναγκαστικά μέτρα, ούτε να έχει επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση ή να έχει επιδοθεί τυπικά, αρκεί δε ο υπόχρεος να έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής.

Εν προκειμένω, όπως επεσήμανε το δικαστήριο της ουσίας, η γονεϊκή αποξένωση δεν αποτελεί απλώς το πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η αξιόποινη συμπεριφορά, αλλά όρο και προϋπόθεση της τέλεσης του εγκλήματος. Αν η μη τήρηση της απόφασης οφειλόταν σε σταθερή άρνηση του ανηλίκου, ανεπηρέαστου από εξωτερικές επιρροές, η μητέρα δεν θα υποχρεούτο να το εξαναγκάσει προς τούτο. Αντιθέτως, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η άρνηση της ανήλικης ήταν επίκτητη, καλλιεργηθείσα και εν τέλει οφειλόμενη στη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποία με πρόθεση επεδίωκε την πλήρη αποξένωση του τέκνου από τον πατέρα του, εκμεταλλευόμενη τη συναισθηματική εξάρτηση και το άγχος αποχωρισμού του.

Η κρίση αυτή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ότι η επικοινωνία έπαυσε άμεσα με τη δημοσίευση της απόφασης που την ρύθμιζε χωρίς την παρουσία της μητέρας, χωρίς να έχει μεσολαβήσει άλλο περιστατικό και χωρίς να εφαρμοστεί ούτε μία φορά, στο ότι η μητέρα δεν ζήτησε ποτέ μεταρρύθμιση της απόφασης, ενώ είχε προηγουμένως προσπαθήσει να παρεμποδίσει την επικοινωνία, και στην αξιολόγηση των γνωματεύσεων ψυχιάτρων και ψυχολόγων. Ειδικότερα, η προσκομισθείσα παιδοψυχιατρική έκθεση, η οποία διέγνωσε στην ανήλικη αναπτυξιακή δυσκολία που πληροί τα κριτήρια του άτυπου αυτισμού, κρίθηκε ότι όχι μόνο δεν αναιρεί, αλλά ενισχύει την παραπάνω κρίση, αφού η κλινική εικόνα του παιδιού έχει επιβαρυνθεί από τον τρόπο ανατροφής και την αποξενωτική συμπεριφορά της μητέρας.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε, συνεπώς, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές της και συνεκτιμήθηκαν όλες οι σχετικές γνωματεύσεις, χωρίς επιλεκτική αξιολόγησή τους, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.

Απόσπασμα απόφασης

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, αφού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άρνηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης να συμμορφωθεί στην προαναφερθείσα με αριθμ. 6533/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία είχε ρυθμισθεί με κάθε λεπτομέρεια η επικοινωνία του εγκαλούντος - παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, πρώην συζύγου της κατηγορουμένης, Κ. Μ. με την ανήλικη θυγατέρα τους Β. Μ., ο τρόπος, οι προφάσεις και τα μέσα που χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη για να παρεμποδίσει αυτή την επικοινωνία, οι χρόνοι τέλεσης του εν λόγω αδικήματος, κατ' εξακολούθηση, ταυτιζόμενοι απόλυτα με το χρόνο ισχύος της σχετικής ως άνω δικαστικής απόφασης και, επιπλέον, ο δόλος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ο οποίος προκύπτει από την εκ μέρους της γνώση της σχετικής υποχρέωσής της, να φροντίσει δηλαδή να παραδώσει και να παραλάβει ο εγκαλών το ανήλικο τέκνο του, ώστε να επιτυγχάνεται με τον τρόπον αυτόν η επικοινωνία μαζί του, σύμφωνα με τα αναλυτικώς προβλεπόμενα από την παραπάνω σχετική δικαστική απόφαση, αλλά και την θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών πραγμάτωσης του εν λόγω αδικήματος κατ' εξακολούθηση, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές. Ακόμη, στην περί της ενοχής αιτιολογία περιλαμβάνεται και η απάντηση επί του αρνητικού ισχυρισμού της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας περί μη θεμελίωσης του δόλου της, λόγω επίμονης άρνησης της ανήλικης να επικοινωνήσει με τον πατέρα της, επειδή πάσχει από διαταραχή προσκόλλησης, άγχος αποχωρισμού, ενώ ο ίδιος είναι πιεστικός ως προς την πραγματοποίηση της επικοινωνίας μαζί της. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας απέρριψε τον ανωτέρω αρνητικό ισχυρισμό δεχόμενο ότι η άρνηση της ανήλικης δεν ήταν αυθόρμητη, στις 22-10-2017 και 23-10-2017, αλλά επίκτητη, καλλιεργηθείσα από την κατηγορουμένη, δηλαδή οφειλόμενη στη συμπεριφορά της τελευταίας, η οποία, με πρόθεση, αποφάσισε να παραβιάσει κατ' εξακολούθηση, την ως άνω δικαστική απόφαση και να μην επιτρέψει την επικοινωνία της ανήλικης με τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας - πατέρα της, επιθυμώντας την πλήρη αποξένωσή της απ' αυτόν, επηρέασε τη θέληση της ανήλικης να μην θέλει να συναντήσει τον πατέρα της και επικοινωνήσει μαζί του. Ουδεμία αντίφαση διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τις επικαλούμενες αποσπασματικές από την αναιρεσείουσα φράσεις "...Εν προκειμένω το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι η ανήλικη δεν επιθυμούσε να επικοινωνεί κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες με τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας πατέρα της, πλην όμως η άρνηση αυτή ήταν επίκτητη, καλλιεργηθείσα από και εν τέλει οφειλομένη στη συμπεριφορά της κατηγορουμένης...", διότι κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η άρνηση της ανήλικης ήταν επίκτητη, αφού η κατηγορούμενη, με πρόθεση, αποφάσισε να αποξενώσει την ανήλικη από τον πατέρα της και με τη συμπεριφορά της δημιούργησε και καλλιέργησε στην ανήλικη θέληση να αρνείται την επικοινωνία μαζί του, και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι συνειδητή επιλογή της κατηγορουμένης η αποξένωση της ανήλικης από τον πατέρα της, θεωρώντας ότι το νέο πλαίσιο επικοινωνίας, χωρίς την παρουσία της κατηγορουμένης, ως ανατροπή της προηγούμενης κατάστασης, κατά την οποία η παρουσία της, κατά την επικοινωνία πατέρα - θυγατέρας, δημιουργούσε δυσμενείς συνθήκες με τις οποίες παρεμποδίζονταν η ανάπτυξη σταθερούς και υγιούς σχέσης πατέρα - θυγατέρας. Ακόμη, από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης και την στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της, συνάγεται κατά τρόπο αναμφίβολο ότι μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων συναξιολόγησε και όλες τις γνωματεύσεις - εκθέσεις ψυχιάτρων, ψυχολόγων και επιστημόνων, που αναγνώστηκαν, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, όλα και στο σύνολό τους και δεν προέβη το δικαστήριο σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών. Συνακόλουθα ουδόλως παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1, 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων Ε.Ε.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 169 Α παρ. 1 νΠΚ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, αντίστοιχα), είναι αβάσιμος.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.