Διαφήμιση

Η υποχρέωση ειδικής μνείας και αντίκρουσης αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος από το πολιτικό δικαστήριο (ΟλΑΠ 3/2026)

Το δικαστήριο της ουσίας δεν οφείλει να προβεί σε ειδική μνεία και αντίκρουση απαλλακτικού βουλεύματος, όταν αυτό δεν έχει ιδιάζουσα αποδεικτική βαρύτητα για την έκβαση της αστικής δίκης και η βάση της αξίωσης δεν είναι κάποια αξιόποινη συμπεριφορά – Αντίθετη μειοψηφία

e-upokhreose-eidikes-mneias-kai-antikrouses-ametakletou-apallaktikou-bouleumatos-apo-to-politiko-dikasterio-olap-32026

Την υποχρέωση περί ειδικής μνείας και αντίκρουσης αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος από το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε με πρόσφατη απόφασή του η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, απαντώντας στο ερώτημα πότε υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει ειδικώς και να αντικρούσει αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα που επικαλούνται οι διάδικοι και πότε αρκεί η γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 3/2026).

Αρχικά η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου τόνισε ότι, εφόσον η παραπομπή αφορά μόνο το βάσιμο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν είναι παραδεκτή η προβολή από τους αναιρεσίβλητους ενστάσεων περί απαραδέκτου του λόγου, ούτε η Ολομέλεια δύναται να ερευνήσει το παραδεκτό αυτού. Και τούτο, διότι, στην περίπτωση αυτή, θα διεύρυνε ανεπίτρεπτα το αντικείμενό της σε ζητήματα που δεν παραπέμφθηκαν προς επίλυση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το πραγματικό γεγονός για την απόδειξη του οποίου αυτά επικαλούνται έχει ιδιάζουσα αποδεικτική σπουδαιότητα ή ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό τους είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.

Το ανώτατο δικαστήριο επεσήμανε ότι καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα, ενώ από την αναφορά ορισμένων λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι όλα τα νόμιμα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Ο λόγος αναίρεσης είναι δε αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα ή όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Εν προκειμένω, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι το απαλλακτικό βούλευμα δεν διέθετε ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, ούτε το περιεχόμενό του ήταν σχετικό προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, καθώς δεν υφίσταται συνάφεια ή ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ αυτού και της ένδικης αγωγής από αδικοπραξία.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πράξεις που ελέγχθηκαν ποινικά καταλάμβαναν μικρό μέρος του εκτενούς χρονικού διαστήματος στο οποίο εκδηλώθηκε η καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, ενώ οι αξιόποινες πράξεις στρέφονταν εναντίον των οικονομικών συμφερόντων νομικών προσώπων και όχι των ενάγοντων μετόχων και, ως εκ τούτου, κατά κανέναν τρόπο δεν σχετίζονταν με την κατάφαση του πραγματικού της αδικοπραξίας με τη συμπληρωματική μορφή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Η μη απόδοση κατηγορίας δεν βρισκόταν, επομένως, σε σχέση αντίθεσης με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ασκούσε, ούτε ήταν δυνατό να ασκήσει, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού.

Συνακόλουθα, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να προβεί σε ειδική μνεία και αξιολόγηση του βουλεύματος και να το αντικρούσει ρητώς, ενόψει του ότι βάση της επίδικης αξίωσης δεν ήταν κάποια αξιόποινη συμπεριφορά που κρίθηκε ότι δεν συνέτρεξε, αλλά πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη. Άλλωστε, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από το σύνολο των σκέψεων και αποδεικτικών αναλύσεων του σκεπτικού, καθίσταται βέβαιο, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, ότι το βούλευμα λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, το δικαστήριο δε κατέληξε απλώς σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι κατά τη μειοψηφούσα γνώμη έντεκα μελών του δικαστηρίου, ο λόγος έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, όταν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα ποινικού δικαστηρίου, το οποίο εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό του, οφείλει, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το συνεκτιμήσει ειδικά ως ισχυρό τεκμήριο και, εφόσον κρίνει σκόπιμο να διαφοροποιηθεί, να το πράξει με ειδική αιτιολογία. Προς τούτο αρκεί να ταυτίζονται ως βιοτικά συμβάντα τα πραγματικά περιστατικά της ποινικής κρίσης με εκείνα της αστικής αξίωσης, χωρίς να απαιτείται απόλυτη ταυτότητα αντικειμένου και προσώπων, η οποία είναι αναγκαία μόνο για την εκκρεμοδικία και το δεδικασμένο. Κατά την άποψη αυτή, η γενική αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα δεν ήταν επαρκής και γεννούσε σφοδρή αμφιβολία για τη συνεκτίμηση του βουλεύματος.

Απόσπασμα απόφασης

Ωστόσο, ως προς την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, το με αριθμό 2151/1993 απαλλακτικό βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο με τη με αριθμό 1733/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), μετά την απόρριψη της σχετικής αίτησης αναίρεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι πρόδηλο ότι δεν διαθέτει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, το δε περιεχόμενό του δεν είναι σχετικό προς το προαναφερόμενο πόρισμα του δικαστηρίου, καθώς δεν υφίσταται οιαδήποτε συνάφεια ή ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος και της ένδικης από αδικοπραξία αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα : Α) Οι πράξεις, των οποίων η τυποποίηση ή μη ως ποινικών αδικημάτων ελέγχθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, καταλαμβάνουν μικρό χρονικό διάστημα (ειδικότερα δε, μόνο μέχρι 18/10/1988) από το ιδιαίτερα εκτεταμένο και πολυετές χρονικό διάστημα από το έτος 1988 (ειδικότερα δε, μετά τις 31-5-1988, οπότε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." απέκτησε πλειοψηφική συμμετοχή, με ποσοστό 66,66% η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (....), συμφερόντων του αρχικά τέταρτου εναγομένου) μέχρι και το έτος 2004, κατά το οποίο, σύμφωνα με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εκδηλώθηκε και πραγματώθηκε η ανωτέρω περιγραφόμενη παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά εις βάρος των εναγόντων, το πραγματικό της οποίας δεν έχει καμία σχέση με την κατάφαση ή μη ποινικής απαξίας στις όποιες πράξεις του αρχικά τετάρτου εναγομένου Κ. Α. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτόν διοικήσεων και γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιρειών συμφερόντων αυτού από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε ζημία, περιουσιακή και μη, στους ενάγοντες, Β) Η μοναδική αξιόποινη πράξη, η τέλεση της οποίας αποδόθηκε στον αρχικά τέταρτο εναγόμενο Κ. Α. Φ. και επί της οποίας έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, συνίστατο στην πλήρωση της νομοτυπικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας, λόγω πώλησης, ενεχυρασμένων, υπέρ της Τράπεζας, μετοχών σε ποσοστό 40% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Β.Ε.Ε." από την οποία - αξιόποινη πράξη - το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη, στρεφόμενη εναντίον των οικονομικών συμφερόντων του νομικού προσώπου της Τράπεζας και όχι κατά των αναιρεσιβλήτων, κατά κανέναν τρόπο δεν σχετίζεται με την κατάφαση του πραγματικού της αδικοπραξίας - με τη συμπληρωματική μορφή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη - που τελέστηκε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, σε βάρος των εναγόντων. Επομένως, η μη απόδοση κατηγορίας για την πράξη αυτή στον αρχικά τέταρτο εναγόμενο, ως πόρισμα συναγόμενο από το αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου δεν ασκεί - και δεν ήταν δυνατό να ασκήσει - καμία επίδραση και σε κάθε περίπτωση, επίδραση ουσιώδη, στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, Γ) Ομοίως, οι αξιόποινες πράξεις, η τέλεση των οποίων αποδόθηκε στους Γ. Κ. - Γ., Ε. Δ., Α. Α., Δ. Μ. και Ν. Ζ. και επί των οποίων έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συνίσταντο στην πλήρωση της νομοτυπικής υπόστασης του εγκλήματος της απιστίας (από τον πρώτο και τον τέταρτο από αυτούς) και της απιστίας κατ' εξακολούθηση (από τους υπολοίπους), κατά την ψήφιση από το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", του οποίου και οι πέντε αυτοί κατηγορούμενοι ήταν μέλη, αφενός μεν από όλους (και τους πέντε), της απόφασης για την κατάρτιση σύμβασης εμπορικής συνεργασίας της εταιρείας αυτής με την εταιρεία "..." (....), αφετέρου δε από τους κατηγορουμένους αυτούς (εκτός των Γ. Κ. - Γ. και Δ. Μ.), της απόφασης για την απόκτηση της κυριότητας από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε.", λόγω πώλησης, 86.000 μετοχών της εταιρείας " ... Α.Β.Ε.Ε.", αντί του τιμήματος των 1.720.000.000 δραχμών, με πρόθεση των κατηγορουμένων να ζημιώσουν την περιουσία της ανώνυμης εταιρείας, όπως και πραγματικά συνέβη, εξαιτίας του ζημιογόνου χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών. Ωστόσο, οι αξιόποινες αυτές πράξεις, στρεφόμενες εναντίον των οικονομικών συμφερόντων νομικού προσώπου, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", κατά κανέναν τρόπο δεν σχετίζονται με την κατάφαση της πλήρωσης του πραγματικού της αδικοπραξίας - με τη συμπληρωματική μορφή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη - που τελέστηκε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, σε βάρος των εναγόντων. Επομένως, η μη απόδοση κατηγορίας από το Συμβούλιο Εφετών για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, ως πόρισμα συναγόμενο από το επίμαχο βούλευμα, δεν βρίσκεται σε σχέση αντίθεσης με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί - και δεν ήταν δυνατό να ασκήσει - καμία επίδραση και σε κάθε περίπτωση, επίδραση ουσιώδη στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Για τους λόγους αυτούς, δεν ήταν αναγκαίο να προβεί το Εφετείο σε ειδική μνεία και αξιολόγηση του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος και να αντικρούσει ρητώς αυτό, ενόψει του ότι βάση της επίδικης αξίωσης δεν ήταν κάποια αξιόποινη συμπεριφορά, που κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα ότι δεν συνέτρεξε, αλλά πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη, οι οποίες συνιστούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης που κρίθηκε στην προκειμένη περίπτωση ότι στοιχειοθετείται με την πλήρωση του πραγματικού αυτού.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.