Διαφήμιση

Επιβολή προστίμου για λήψη και καταχώρηση εικονικών φορολογικών στοιχείων: Απόρριψη έφεσης (ΔΕφΑθ 3106/2025)

Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται από την έκθεση ελέγχου, στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κρίση περί εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων

epibole-prostimou-gia-lepse-kai-katakhorese-eikonikon-phorologikon-stoikheion-aporripse-epheses-dephath-31062025

Απορρίφθηκε έφεση στο πλαίσιο διαφοράς από την επιβολή προστίμου για λήψη και καταχώρηση εικονικών φορολογικών στοιχείων (ΔΕφΑθ 3106/2025).

Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 20% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει. Η ρύθμιση αυτή, όπως έχει κριθεί, είναι σύμφωνη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ενώ δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις χρηματικής κύρωσης που επιβλήθηκε με καταλογιστική πράξη της φορολογικής ή τελωνειακής Αρχής, όπως είναι ο πρόσθετος φόρος, τα πολλαπλά τέλη και τα πρόστιμα του Κ.Β.Σ..

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι αν δεν τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να εφαρμόζεται το άρθρο 139Α του ίδιου Κώδικα, με εξαίρεση την περίπτωση που δεν είναι προφανές ότι πρόκειται περί χρηματικού αντικειμένου φορολογικής ή τελωνειακής εν γένει διαφοράς.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι για την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος δεν προσκομίσθηκε έως τη συζήτηση το ειδικό σημείωμα, προς απόδειξη καταβολής του ποσοστού φόρου και, κατά συνέπεια, η έφεση απορρίφθηκε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, όταν αποδίδεται σε ορισμένο επιτηδευματία η παράβαση της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου, η φορολογική Αρχή βαρύνεται, κατ’ αρχήν, με την απόδειξη της εικονικότητας. Αρκεί, δε, να αποδείξει είτε ότι ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι πρόσωπο φορολογικώς ανύπαρκτο, είτε ότι ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι πρόσωπο φορολογικώς μεν υπαρκτό, αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτο. Η συναλλακτική ανυπαρξία προκύπτει και από δέσμη σοβαρών και συγκλινουσών ενδείξεων που επιτρέπουν τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου. Τούτο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά τη φύση και τον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

Το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο έφεσης περί παραβίασης του δικαιώματος σε ακρόαση, καθώς μετά την κοινοποίηση του σημειώματος διαπιστώσεων ελέγχου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η εκκαλούσα εξέθεσε τις απόψεις της. Ομοίως, λόγος περί παραγραφής προς επιβολή του προστίμου απορρίφθηκε ως αβάσιμος, καθώς η παραγραφή άρχισε από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έληγε η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης και η πράξη κοινοποιήθηκε εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής.

Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ως δικαστήρια ουσίας, ερευνούν την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία και η αιτιολογία της συμπληρώνεται από την έκθεση ελέγχου, στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κρίση περί εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την, λόγω αυτής, επιβολή του προστίμου. Εν προκειμένω, κατά την κρίση της φορολογικής Αρχής, η εκδότρια εταιρεία ήταν ανύπαρκτη συναλλακτικά, ενώ δεν τίθεται ζήτημα καλής πίστης στο πρόσωπο της λήπτριας (εκκαλούσας).

Δείτε την περίληψη της απόφασης στο adjustice.gr.