Διαφήμιση

Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιβολή εγγυοδοσίας (ΑΠ 817/2025)

Αναίρεση βουλεύματος: Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική και ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου, όπως το βεβαρημένο ή μη της υγείας του, καθώς και την εν γένει προσωπικότητά του

parabiase-tes-arkhes-tes-analogikotetas-kata-ten-epibole-egguodosias-ap-8172025

Δεκτή έγινε αίτηση αναίρεσης βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο εγγυοδοσία ύψους 350.000 ευρώ, λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της οικονομικής και ηθικής κατάστασης και εν γένει προσωπικότητας του κατηγορουμένου (ΑΠ 817/2025).

Σύμφωνα με το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, που συνήλθε σε Συμβούλιο, στο άρθρο 283 ΚΠΔ προβλέπεται η επιβολή των ενδεικτικώς αναφερομένων σε αυτό περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του, μεταξύ των οποίων είναι και η παροχή εγγυήσεως, που δίδεται στον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου υπό τις καθοριζόμενες στο άρθρο 295 παρ. 2 διατυπώσεις. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 295 ΚΠΔ, κατά τον καθορισμό του ποσού της εγγυοδοσίας, πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία, ως θεμελιώδης συνταγματική αρχή, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης.

Συνεπώς, η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου για την επιβολή του ποσού της εγγυοδοσίας πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την βαρύτητα του εγκλήματος, την σοβαρότητα των ενδείξεων ενοχής, την προβλεπόμενη ποινή κ.λπ., αλλά ισοδυνάμως και την οικονομική και ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου, όπως το βεβαρημένο ή μη της υγείας του, που αναντιλέκτως συγκαταλέγεται στις ως άνω παραμέτρους, καθώς και την εν γένει προσωπικότητά του, ώστε να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο και να μην καταλήγει τούτο να αποτελεί σε αυτό το πρώιμο δικονομικό στάδιο, εν τοις πράγμασι έμμεση επιβολή προσωρινής κράτησης και προεξόφληση ενοχής κατά παραβίαση των (υπερνομοθετικής ισχύος) διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, με την οποία καθιερώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, διαπιστώθηκε από το ανώτατο δικαστήριο πως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έφερε την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αιτιολογούνταν επαρκώς η οικονομική και η ηθική κατάσταση και η εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα, το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες όσον αφορά την οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου. Δεν έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων ήταν διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός και κάτοχος Διδακτορικού διπλώματος από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχει αφυπηρετήσει προ πενταετίας, έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν είναι φυγόποινος ούτε φυγόδικος και ουδέποτε υπήρξε ύποπτος φυγής, έχει γνωστή διαμονή όπου κατοικεί με τη σύζυγο του και τα τέκνα του, ενώ παρουσιάστηκε αμελλητί ενώπιον της Ανακρίτριας. Επίσης, δεν έλαβε υπόψη του ότι πάσχει από σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, λαμβάνοντας ειδική θεραπεία, ενώ δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι ο επιβληθείς περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα, τον οποίο ο κατηγορούμενος τηρεί απαρέγκλιτα, ήταν σαφώς ηπιότερος και ελάχιστα επαχθής σε σχέση με τον επιβληθέντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα περιοριστικό όρο.

Απόσπασμα απόφασης

Ειδικότερα, και καθόσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις επιβολής του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 295 του ΚΠΔ ορίζει: "Αν ως περιοριστικός όρος τεθεί η καταβολή εγγύησης, το ύψος καθώς και το είδος και το αξιόχρεο της εγγύησης, ορίζονται με ελεύθερη κρίση, αφού ληφθεί υπόψη η ποινή που επιβάλλεται στην πράξη, καθώς και η οικονομική και η ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου". Δηλ. κατά τον καθορισμό του ποσού της, πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (άρθρ.25παρ.1Σ., σχετ. ΕΔΔΑ Μαμιδάκης κατά Ελλάδος απόφ. της 11.1.2007 ΠοινΔ 2007, 855), η οποία, ως θεμελιώδης Συνταγματική διάταξη, διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης, και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστή ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. (ΟλΑΠ 9/2022, 5/2015, ΑΠ 1040/2019). Συναφώς, και οι διατάξεις του άρθρου 5παρ. 2 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (L 283/31-10-2017), σύμφωνα με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεσμεύεται σε όλες τις δραστηριότητές της, από τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας. Ώστε, τα εκάστοτε λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, πρέπει να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν, δηλαδή, να μην υπερβαίνουν τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ9/2022, 5/2015, ΑΠ 629/2019).Επομένως, η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου για την επιβολή του ποσού της εγγυοδοσίας, πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την βαρύτητα του εγκλήματος, την σοβαρότητα των ενδείξεων ενοχής, την προβλεπόμενη ποινή κ.λπ., αλλά ισοδυνάμως και την οικονομική και ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου, όπως το βεβαρημένο ή μη της υγείας του, που αναντιλέκτως συγκαταλέγεται στις ως άνω παραμέτρους, καθώς και την εν γένει προσωπικότητά του, ώστε να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο και να μην καταλήγει τούτο να αποτελεί σε αυτό το πρώιμο δικονομικό στάδιο, εν τοις πράγμασι έμμεση επιβολή προσωρινής κράτησης και προεξόφληση ενοχής κατά παραβίαση των (υπερνομοθετικής ισχύος) διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη". Περαιτέρω, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 (επί αποφάσεων) και 484 του ΚΠΔ, (επί βουλευμάτων), εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ(ΑΠ 1202/2022, ΑΠ 417/2020). Επέρχεται δε τέτοια περίπτωση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας-πέραν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που τυχόν ενυπάρχει-αν το δικαστικό συμβούλιο, δεν προβεί σε αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, όπως επιβάλλεται από την ως άνω αρχή της δίκαιης δίκης (ΑΠ 733/2022,ΑΠ 190/2021). Ιδιαίτερα δε, όταν παραλείψει να εκτιμήσει στο σύνολο τους κάποια ουσιώδη και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1102/2014). Επίσης πρέπει να αναφερθεί, ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (139παρ.1ΚΠΔ), πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ή του δικαστικού συμβουλίου, κατά περίπτωση. (ΑΠ 1219/2022).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.