Γονική παροχή ή δωρεά: Η υπέρβαση του μέτρου ως προϋπόθεση για την ανάκληση (ΑΠ 1385/2025)
Απορρίφθηκε αναίρεση μητέρας κατά απόφασης που έκρινε ότι η μεταβίβαση ακινήτου στη θυγατέρα της δεν αποτελούσε δωρεά, καθόσον αυτή δεν υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, αλλά γονική παροχή για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας και δεν υπόκειται σε ανάκληση
Με πρόσφατη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος ερμηνεύει το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ γονικής παροχής και δωρεάς κατά το άρθρο 1509 ΑΚ, υπενθυμίζοντας ότι η ανάκληση προϋποθέτει σωρευτικά τόσο την υπέρβαση του μέτρου που επιβάλλουν οι περιστάσεις όσο και την απόδειξη αχαριστίας του δωρεοδόχου κατ' άρθρο 505 ΑΚ (ΑΠ 1385/2025).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ, η περιουσιακή παροχή γονέα προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας συνιστά δωρεά μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ήτοι την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τον χρόνο της παροχής. Μόνον εφόσον η παροχή υπερβαίνει το μέτρο αυτό, αποκτά τον χαρακτήρα δωρεάς και καθίσταται ανακλητέα, ολικώς ή μερικώς, κατ' άρθρο 505 ΑΚ, λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου. Ως αχαριστία νοείται ως βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά συνιστώσα παράβαση κανόνων δικαίου ή ηθικής, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του δωρεοδόχου. Συνεπώς, ο γονέας που επιδιώκει ανάκληση οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει σωρευτικά τόσο την υπέρβαση του ενδεδειγμένου μέτρου όσο και τη συνδρομή αχαριστίας.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα και ο αποβιώσας σύζυγός της είχαν μεταβιβάσει, με σύμβαση γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος στην αναιρεσίβλητη θυγατέρα τους, παρακρατώντας την επικαρπία. Η αναιρεσείουσα, θεωρώντας τη μεταβίβαση αυτή δωρεά και επικαλούμενη αχαριστία της θυγατέρας της, της επέδωσε εξώδικη δήλωση ανάκλησης. Το Εφετείο, εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε ότι η παροχή είχε γίνει για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας της αναιρεσίβλητης, η οποία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν διέθετε ακίνητη ή άλλη περιουσία, ότι η παροχή δεν υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλλαν οι περιστάσεις, λαμβανομένης υπόψη και της αντίστοιχης, μάλιστα μεγαλύτερης αξίας, παροχής προς την άλλη θυγατέρα, και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδείχθηκε αχαριστία της αναιρεσίβλητης. Επί τη βάσει αυτή, το Εφετείο έκρινε ότι η παροχή δεν συνιστούσε δωρεά και δεν υπέκειτο σε ανάκληση.
Το ανώτατο δικαστήριο, επικυρώνοντας την κρίση του εφετείου, έκρινε ότι τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κρίση περί μη υπέρβασης του ενδεδειγμένου από τις περιστάσεις μέτρου, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1509 ΑΚ. Έκρινε, συνεπώς, ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν αποτελούσε δωρεά, καθόσον αυτή δεν υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι ως άνω περιστάσεις, αλλά αποτελούσε γονική παροχή προς την αναιρεσίβλητη για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Τέλος, ως προς τον δεύτερο λόγο αναίρεσης περί μη απόδειξης αχαριστίας, το δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος αυτός στρεφόταν κατά επάλληλης και πλεοναστικής αιτιολογίας, μη αναγκαίας για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού, το οποίο στηριζόταν αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία περί μη υπέρβασης του μέτρου των περιστάσεων, και ως εκ τούτου τον απέρριψε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο και απαράδεκτο.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος απέρριψε στο σύνολό της την αίτηση αναίρεσης.
Απόσπασμα απόφασης
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης η αναιρεσείουσα, ηλικίας 55 ετών και ο σύζυγός της είχαν αποφασίσει να μεταβιβάσουν σταδιακά την ακίνητη περιουσία τους στις θυγατέρες τους, ώστε αυτές να δημιουργήσουν κατά το δυνατόν οικονομική αυτοτέλεια και να ελαφρυνθούν και οι ίδιοι φορολογικά, η αναιρεσείουσα είχε στην πλήρη κυριότητά της ένα διαμέρισμα επί της οδού ... στο Κολωνάκι και το 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στο Καστρί, ενώ στον σύζυγό της Ν. Ρ. ανήκε το έτερο 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος, ένα κατάστημα με αποθήκη στην Πάτρα και δύο διαμερίσματα στην Κινέττα, η αναιρεσίβλητη, κατά τον ως άνω χρόνο ηλικίας 25 ετών, η οποία είχε αφήσει τις σπουδές της στη Νομική Σχολή Αθηνών, εργαζόταν ως ιπταμένη αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή Αεροπορία και είχε εγκατασταθεί σε μισθωμένο διαμέρισμα μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της, πέραν του μισθού από την εργασία της δεν διέθετε ακίνητη ή άλλη περιουσία ούτε είχε δημιουργήσει οικονομική αυτοτέλεια, τόσο η αναιρεσίβλητη, όσο και η αδελφή της Ε. Ρ. έλαβαν περιουσιακές παροχές από τους γονείς τους, αλλά η Ε. Ρ. έλαβε περισσότερη περιουσία, οι δε γονείς μεταβίβασαν στις θυγατέρες τους κατά τον συνηθέστερο και συμφερότερο οικονομικά για τα ελληνικά δεδομένα τρόπο την περιουσία τους, τα ακίνητα αυτά δεν απέφεραν εισόδημα στις ψιλές κυρίες, η δε αναιρεσίβλητη ήταν μεν εργαζόμενη, αλλά δεν είχε άλλη περιουσία και βρισκόταν σε ηλικία γάμου. Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν αποτελούσε δωρεά, καθόσον αυτή δεν υπερέβαινε το μέτρο, το οποίο επέβαλαν οι ως άνω περιστάσεις, αλλά αποτελούσε γονική παροχή προς την αναιρεσίβλητη για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε ανάκληση. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 1397/2022). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, ήτοι μη αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο