Ακύρωση συμφώνου συμβίωσης λόγω εικονικότητας (ΑΠ 1884/2025)
Έλλειψη πρόθεσης και πραγματικής συμβίωσης των μερών - Και υπό το καθεστώς του παλαιότερου ν. 3719/2008, το σύμφωνο που καταρτίστηκε με σκοπό την αποφυγή έξωσης είναι άκυρο κατά τα άρθρα 138 και 180 ΑΚ
Απορρίφθηκε αναίρεση κατά απόφασης περί ακύρωσης, λόγω εικονικότητας, συμφώνου συμβίωσης που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του χήρου πατέρα της αναιρεσίβλητης. (ΑΠ 1884/2025).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, με τον ν. 3719/2008 εισήχθη ο θεσμός του συμφώνου συμβίωσης ως εναλλακτική του γάμου μορφή συμβίωσης ετερόφυλων προσώπων, ενώ με τον ν. 4356/2015 επεκτάθηκε η ισχύς του και στα ομόφυλα ζευγάρια και ενισχύθηκαν οι συνέπειές του, με διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών του, ήτοι του αμιγώς συμβατικού τύπου κατάρτισης, της μεγαλύτερης ελευθερίας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων και του ελευθέρως και μονομερώς διαλυτού χωρίς παρέμβαση αρχής.
Ο νεότερος νόμος ρητά όρισε ότι ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου, ώστε να καταστεί σαφές ότι, αντίθετα με το γάμο, όπου η εικονικότητα δεν συμβιβάζεται με την ανάμιξη δημόσιας αρχής, τα εικονικά σύμφωνα, όπως και οι λοιπές εικονικές δικαιοπραξίες, είναι άκυρα. Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου η ακυρότητα κηρύσσεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί διαπλαστικής αγωγής, την οποία ασκούν, εκτός από τα μέρη, όποιος επικαλείται έννομο συμφέρον οικογενειακής φύσης, στο οποίο περιλαμβάνεται και το κληρονομικό, όχι όμως το απλώς περιουσιακό, καθώς και ο εισαγγελέας, εφόσον το σύμφωνο αντίκειται στη δημόσια τάξη. Η δε ακύρωση επιφέρει αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων χωρίς να θίγεται η πατρότητα των τέκνων. Ο ν. 3719/2008, αντιθέτως, προέβλεπε ως έννομο συμφέρον και το περιουσιακό. Τα σύμφωνα που καταρτίστηκαν υπό το καθεστώς του ν. 3719/2008 εξακολουθούν να διέπονται από αυτόν, πλην των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7.
Ωστόσο, από τον αμιγώς συμβατικό χαρακτήρα του συμφώνου συμβίωσης, σε συνδυασμό με την έλλειψη αντίθετης διάταξης, το δικαστήριο δέχεται ότι, και υπό την ισχύ του ν. 3719/2008, τα εικονικά σύμφωνα είναι άκυρα κατά τα άρθρα 138 και 180 ΑΚ, ο δε νεότερος νόμος απλώς αποσαφήνισε το ζήτημα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το εφετείο δέχθηκε ότι το σύμφωνο συνήφθη με σκοπό την αποφυγή της έξωσης της αναιρεσείουσας από διαμέρισμα ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση των μερών να συμβιώσουν ως ζευγάρι ούτε συμβίωση μετά τη σύναψή του, ενώ ούτε η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται συμβίωση, αλλά μόνο πρόθεση για συμβίωση, η οποία τελικά δεν επιτεύχθηκε. Κατά το σκεπτικό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απαραίτητη προϋπόθεση του κύρους και της ισχύος του συμφώνου είναι το εξωτερικό και υλικό στοιχείο της συμβίωσης, δηλαδή η εξωτερίκευσή της στους τρίτους, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα μέρη ζουν ως ζευγάρι, αλλά κυρίως η πραγματική συμβίωση, αφού αυτή αποτελεί την πρωταρχική έννοια του συμφώνου, στο οποίο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, μεταξύ των οποίων και η του άρθρου 1386 ΑΚ περί υποχρέωσης έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να αρκεί το εσωτερικό στοιχείο της πρόθεσης. Συνεπώς, το σύμφωνο κρίθηκε άκυρο ως εικονικό.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε, αρχικά, ότι το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 4356/2015, αφού εφαρμοστέος ήταν, ως εκ του χρόνου κατάρτισης του συμφώνου, ο ν. 3719/2008.
Διαπίστωσε, ωστόσο, ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δικαιολογούν την ορθότητα του διατακτικού, διότι ο ν. 3719/2008 δεν αποκλείει την ακυρότητα λόγω εικονικότητας κατά τα άρθρα 138 παρ. 1 και 180 ΑΚ, η δε αναιρεσίβλητη, ως θυγατέρα του συμβληθέντος, νομιμοποιείται να την προβάλει. Από τις παραδοχές προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη συνδρομή των όρων των ως άνω διατάξεων, καθώς το σύμφωνο δεν έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά, χωρίς πρόθεση συμβίωσης και με σκοπό την αποφυγή της έξωσης.
Επομένως κρίθηκε ότι, αφού το εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό, παρά την εσφαλμένη εφαρμογή του νεότερου νόμου, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της.
Απόσπασμα απόφασης
Οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, υπαγόμενες στις πράγματι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης του επίδικου συμφώνου συμβίωσης, διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 3719/2008 και όχι στις διατάξεις 1, 2 και 3 του Ν. 4356/24-12-2015, που εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο, δικαιολογούν την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι : α) οι διατάξεις του Ν. 3719/2008, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο (1) μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποκλείουν την, κατά τα άρθρα 138 παρ.1 και 180 ΑΚ, ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, του υπό την ισχύ τους καταρτισθέντος μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Α. Κ. επίδικου συμφώνου συμβίωσης, με βάση δε αυτές τις διατάξεις η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, θυγατέρα του τελευταίου, νομιμοποιείται να προβάλει την άνω ακυρότητα και β) από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των 138 παρ.1 και 180 ΑΚ. Τούτο ειδικότερα διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, το επίμαχο υπ' αρ. ...-2015 σύμφωνο συμβίωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ του Α. Κ. και της αναιρεσείουσας, δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά, αφού οι συμβαλλόμενοι σε αυτό δεν είχαν οποιαδήποτε πρόθεση να συμβιώσουν ως ζευγάρι (ούτε και συμβίωσαν ποτέ), αλλά τούτο έγινε με σκοπό την αποφυγή της έξωσης της αναιρεσείουσας από το μίσθιο διαμέρισμα της οδού ... στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, που επέσπευσε σε βάρος της η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αρ. 6424/13-10-2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.Συνεπώς, αφού το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων 1, 2, 3 του Ν.4356/2015, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και περαιτέρω δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της, πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης. Επίσης, με βάση τις ίδιες ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες εφαρμοστέες διατάξεις. Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές του Εφετείου ως προς την ικανότητα του Α. Κ. να αντιληφθεί την εικονικότητα του επίμαχου υπ' αρ. ...-2015 συμφώνου συμβίωσης λόγω της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με την υπ' αρ. 8078/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο Α. Κ. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, αφού κρίθηκε ότι έπασχε "από προοδευτική άνοια τύπου νόσου Αλτσχάιμερ με έκπτωση των γνωσιακών λειτουργιών και παραληρητική διαταραχή της σκεπτικής λειτουργίας", διότι η τελευταία αυτή παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας αφορά χρονικό διάστημα μεταγενέστερο από την κατάρτιση του επίδικου συμφώνου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 897/2017).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Οικογενειακό Δίκαιο