Διαφήμιση

Η διαδικτυακή δημοσίευση των ονομάτων των αθλητών που παραβαίνουν τους κανόνες αντιντόπινγκ μπορεί να είναι σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ (ΔΕΕ C-474/24)

Πρέπει να είναι δυνατή η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων πριν από τη δημοσιοποίηση

e-diadiktuake-demosieuse-ton-onomaton-ton-athleton-pou-parabainoun-tous-kanones-antintopingk-mporei-na-einai-sumphone-me-to-dikaio-tes-ee-dee-c-47424

Στην υπόθεση NADA Austria κ.λπ., το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε πως τα κράτη μέλη μπορούν, κατ’ αρχήν, να προβλέπουν τη διαδικτυακή δημοσίευση των ονομάτων των επαγγελματιών αθλητών που έχουν παραβεί τους κανόνες αντιντόπινγκ, της διάρκειας ισχύος της ποινής αποκλεισμού η οποία επιβλήθηκε εις βάρος τους και της αιτιολογίας του αποκλεισμού τους.

Εντούτοις, μια τέτοια εθνική ρύθμιση πρέπει να συμβιβάζεται με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι είναι απαραίτητο ο επιφορτισμένος με τη δημοσίευση φορέας να έχει την ευχέρεια να προχωρήσει, πριν από τη δημοσιοποίηση, σε στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Επιπλέον, η δημοσιοποίηση πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως από πλευράς της διάρκειάς της. Περαιτέρω, πρέπει να παρέχεται στον θιγόμενο αθλητή η δυνατότητα να υποβάλει προληπτικά καταγγελία ενώπιον της αρμόδιας αρχής προστασίας των δεδομένων, σε περίπτωση που υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ότι επίκειται ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο εγγύς μέλλον δημοσίευση που τον αφορά.

Ιστορικό υπόθεσης

Η αυστριακή πειθαρχική επιτροπή αντιντόπινγκ (ÖADR) και η αυστριακή ανεξάρτητη επιτροπή διαιτησίας (USK) απαγόρευσαν σε τέσσερις αθλητές να συμμετέχουν σε εθνικούς και διεθνείς αγώνες είτε για ορισμένη χρονική περίοδο είτε ισοβίως, λόγω της εκ μέρους τους παράβασης των κανόνων αντιντόπινγκ. Βάσει της αυστριακής νομοθεσίας, τέτοιες ποινές αποκλεισμού από τις διοργανώσεις δημοσιεύονται στον ιστότοπο του αυστριακού οργανισμού αντιντόπινγκ (NADA Austria). Η δημοσίευση περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο του αθλητή, το άθλημά του, τη διαπραχθείσα παράβαση των κανόνων αντιντόπινγκ, την επιβληθείσα κύρωση και τον χρόνο έναρξης και λήξης της ισχύος της. Η ÖADR δημοσιεύει επίσης τα δεδομένα αυτά, καθώς και την ονομασία της ενδεχομένως κρίσιμης απαγορευμένης ουσίας, στον δικό της ιστότοπο.

Οι τέσσερις αθλητές αμφισβητούν ενώπιον του αυστριακού ομοσπονδιακού διοικητικού πρωτοδικείου τη νομιμότητα της δημοσίευσης των ονομάτων και των αθλημάτων τους στους επίμαχους ιστοτόπους. Θεωρούν ειδικότερα ότι οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δεδομένα που αφορούν την υγεία», των οποίων η επεξεργασία κατ’ αρχήν απαγορεύεται, και ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα», των οποίων η επεξεργασία μπορεί να γίνεται μόνον υπό τον έλεγχο της δημόσιας αρχής. Πέραν τούτου, ισχυρίζονται ότι το προβλεπόμενο στην Αυστρία καθεστώς δημοσίευσης, στον βαθμό που εφαρμόζεται αδιακρίτως χωρίς διαφοροποίηση, είναι ασύμβατο προς τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Το ομοσπονδιακό διοικητικό πρωτοδικείο υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ζητώντας διευκρινίσεις.

Η κρίση του ΔΕΕ

Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο απαντά ότι οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες δεν εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στον όρο «δεδομένα που αφορούν την υγεία», εκτός αν η ονομασία ή η κατηγορία της απαγορευμένης ουσίας ή μεθόδου που συνδέεται με την παράβαση μνημονεύεται στη δημοσίευση και η μνεία αυτή, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία τα οποία αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων, είναι ικανή να αποκαλύψει, έστω εμμέσως, μέσω νοητικής διεργασίας συσχετισμού ή επαγωγής, πληροφορίες σχετικές με την παρελθούσα, την παρούσα ή τη μελλοντική κατάσταση της σωματικής ή ψυχικής υγείας του υποκειμένου των δεδομένων.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο απαντά ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία σχετίζονται με τις παραβάσεις που προβλέπονται από την εθνική ρύθμιση για την καταπολέμηση του ντόπινγκ και με τις κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται για τέτοιες παραβάσεις δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα. Και τούτο διότι οι προαναφερθείσες παραβάσεις και κυρώσεις αφορούν αποκλειστικώς μια συγκεκριμένη ομάδα προσώπων, δηλαδή τους αθλητές, όπως και οι πειθαρχικές κυρώσεις που έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την τήρηση, από τα μέλη μιας ομάδας, των δικών της κανόνων συμπεριφοράς.

Τέλος, το Δικαστήριο απαντά ότι ο ΓΚΠΔ επιτρέπει, κατ’ αρχήν, τη διαδικτυακή δημοσίευση των ονομάτων των επαγγελματιών αθλητών που έχουν παραβεί τους κανόνες αντιντόπινγκ, της διάρκειας ισχύος της ποινής αποκλεισμού η οποία επιβλήθηκε εις βάρος τους και της αιτιολογίας του αποκλεισμού τους.

Η καταπολέμηση του ντόπινγκ ώστε να διαφυλάσσεται η έντιμη, αδιάβλητη και αντικειμενική διεξαγωγή των αθλητικών αγώνων, να εξασφαλίζεται η ισότητα των ευκαιριών μεταξύ των αθλητών, να προστατεύεται η υγεία τους και να γίνονται σεβαστές οι ηθικές αξίες στις οποίες βασίζεται ο αθλητισμός συνιστά όντως σκοπό γενικού συμφέροντος. Η δημοσιοποίηση των παραβάσεων των κανόνων αντιντόπινγκ είναι ικανή να συνεισφέρει στην επίτευξη του ως άνω σκοπού, συμβάλλοντας στην αποτροπή και την πρόληψη των παραβάσεων, καθώς και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων.

Επιπλέον, η δημοσιοποίηση της επιβαλλόμενης κύρωσης πέραν ενός περιορισμένου κύκλου προσώπων δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα όρια εκείνου που είναι αναγκαίο προκειμένου να ενημερωθούν τα εμμέσως ενδιαφερόμενα για την κύρωση πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται από αυτήν, όπως είναι οι πραγματικοί ή δυνητικοί εργοδότες και χορηγοί του αθλητή που υπόκειται σε κυρώσεις.

Ωστόσο, ο επιφορτισμένος με τη δημοσίευση φορέας απαιτείται να έχει, πριν από τη δημοσιοποίηση των δεδομένων, την ευχέρεια να προβεί σε μια εξατομικευμένη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η δημοσίευση πραγματοποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με τον ΓΚΠΔ και ιδίως με την αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, είναι απαραίτητο ο θιγόμενος αθλητής να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει προληπτικά καταγγελία ενώπιον της αρμόδιας αρχής προστασίας των δεδομένων, σε περίπτωση που υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ότι επίκειται ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο εγγύς μέλλον δημοσίευση που τον αφορά.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.