Κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο του Covid-19: Απορρίφθηκε από το ΔΕΕ η προσφυγή της Ryanair κατά της έγκρισης χορήγησης κρατικής ενίσχυσης υπέρ της Condor (ΔΕΕ C-505/24 P)
Δεκτή η αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία είχε ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής να εγκρίνει κρατική ενίσχυση ύψους 321 εκατομμυρίων ευρώ που χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Condor
Με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης αναιρέθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία είχε ακυρωθεί, γενομένης δεκτής προσφυγής της Ryanair, η απόφαση της Ευρωπαικής Επιτροπής να εγκρίνει κρατική ενίσχυση ύψους 321 εκατομμυρίων ευρώ που χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Condor (ΔΕΕ C-505/24 P).
Το ΔΕΕ απέρριψε στο σύνολό της την προσφυγή που είχε ασκήσει πρωτοδίκως η Ryanair.
Ιστορικό υπόθεσης
Με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2021 (στο εξής: επίδικη απόφαση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, χωρίς να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, ενίσχυση αναδιάρθρωσης ύψους 321 εκατομμυρίων ευρώ από τη Γερμανία προς την Condor, αεροπορική εταιρία που εκτελεί ναυλωμένες πτήσεις (τσάρτερ). Η ενίσχυση αποσκοπούσε στη στήριξη της αναδιάρθρωσης και της συνέχισης των δραστηριοτήτων της Condor προκειμένου η εταιρία να υπερβεί τις δυσχέρειες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη εξαιτίας της πτώχευσης της πρώην μητρικής της εταιρίας Thomas Cook και της πανδημίας της νόσου Covid.
Η Ryanair αμφισβήτησε την απόφαση αυτή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο την ακύρωσε.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή κακώς είχε εγκρίνει την επίμαχη ενίσχυση αναδιάρθρωσης χωρίς να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Ryanair απέδειξε επαρκώς ότι η Επιτροπή όφειλε να έχει αμφιβολίες που δικαιολογούσαν την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας. Η Condor άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αναίρεση κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.
Η κρίση του ΔΕΕ
Το ΔΕΕ αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και, αποφαινόμενο το ίδιο επί της υπόθεσης, απορρίπτει την προσφυγή της Ryanair.
Στην απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να διερευνήσει αν η επίδικη απόφαση πληρούσε την απαίτηση σχετικά με τον κατάλληλο καταμερισμό των επιβαρύνσεων. Κατά την απαίτηση αυτή, κάθε ενίσχυση αναδιάρθρωσης που βελτιώνει την κεφαλαιακή θέση του δικαιούχου πρέπει να χορηγείται υπό όρους που διασφαλίζουν στο κράτος εύλογο μερίδιο από τα μελλοντικά κέρδη της αξίας του δικαιούχου. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει αν η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε υπό όρους που εξασφαλίζουν στη Γερμανία εύλογο μερίδιο από τη μελλοντική αξία της Condor.
Η Condor υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει την ως άνω απαίτηση σε περίπτωση μερικής διαγραφής χρέους, όπως η απορρέουσα από το επίμαχο μέτρο.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ήταν νομικά εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η απαίτηση σχετικά με τον κατάλληλο καταμερισμό των επιβαρύνσεων έχει εφαρμογή σε περίπτωση μέτρου ενισχύσεως που συνίσταται σε διαγραφή χρέους.
Η Condor ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο παρενέβη στις αρμοδιότητες της Επιτροπής. Ειδικότερα, ενώ η Επιτροπή ευλόγως υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης απαίτησης αφορά αποκλειστικώς τις περιπτώσεις κρατικής εισφοράς κεφαλαίου, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην εξέταση του αν η εκτίμηση Επιτροπής είναι εύλογη, αλλά θεώρησε ότι το ζήτημα επιδέχεται πλείονες ερμηνείες.
Το Δικαστήριο τονίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο άσκησε, ως όφειλε, αυστηρώς νομικό έλεγχο της ερμηνείας του πεδίου εφαρμογής της προαναφερθείσας απαίτησης, προβαίνοντας σε γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία, χωρίς ουδόλως να υποκαταστήσει με την κρίση του τις σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις της Επιτροπής.
Επιπλέον, το να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να αποδεχθεί την ερμηνεία της Επιτροπής επειδή είναι «εύλογη» θα κατέληγε σε αποδυνάμωση του δικαστικού ελέγχου τον οποίον ασκούν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης και θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου, δεδομένου ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να επικαλείται έλλειψη ακρίβειας των κατευθυντήριων γραμμών της προκειμένου να μην εφαρμόζει ορθώς τους κανόνες με τους οποίους έχει δεσμευθεί η ίδια.
Απεναντίας, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή είχε παραλείψει να εξετάσει αν το επίμαχο μέτρο πληρούσε την απαίτηση σχετικά με τον κατάλληλο καταμερισμό των επιβαρύνσεων. Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε κρίνει σιωπηρώς ότι δεν συνέτρεχε λόγος να πραγματοποιηθεί η εν λόγω εξέταση αφού αυτή είναι απαραίτητη μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούχος διαθέτει ακόμη ίδια κεφάλαια μετά τη συνεκτίμηση των απωλειών από τους υπαρκτούς επενδυτές του, όπερ δεν ίσχυε ως προς Condor.
Το Δικαστήριο αναιρεί, συνεπώς, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
Δεδομένου ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το ίδιο επί της διαφοράς. Εξετάζει τους ισχυρισμούς της Ryanair που δεν εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, σχετικά με την ύπαρξη σφαλμάτων κατά την εκτίμηση από την Επιτροπή των αρνητικών επιπτώσεων του επίμαχου μέτρου καθώς και την παραβίαση των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της ελευθερίας εγκατάστασης και της υποχρέωσης αιτιολογήσεως. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και απορρίπτει στο σύνολό της την προσφυγή που είχε ασκήσει πρωτοδίκως η Ryanair.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ανταγωνισμός
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο
- Κρατικές Ενισχύσεις