Οι δυσμενείς αιτιολογίες για τον κλονισμό του γάμου δεν θεμελιώνουν έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης κατά απόφασης διαζυγίου (ΜονΕφΠειρ 95/2026)
Απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση συζύγου – Το δικαστήριο έκρινε ότι οι δυσμενείς αιτιολογίες περί συνυπαιτιότητας στον κλονισμό του γάμου στερούνται στοιχείων διατακτικού και δεν παράγουν δεδικασμένο για άλλες δίκες
Απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έφεση συζύγου κατά αποφάσεως διαζυγίου, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, με τον προβαλλόμενο λόγο έφεσης να εστιάζει στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τις δυσμενείς για την εκκαλούσα αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης (ΜονΕφΠειρ 95/2026).
Πιο αναλυτικά, η εκκαλούσα ζητούσε την ακύρωση ή μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να απορριφθεί η ανταγωγή του συζύγου και να γίνουν δεκτοί αποκλειστικά οι δικοί της ισχυρισμοί, παρά το γεγονός ότι ο γάμος είχε ήδη λυθεί πρωτοδίκως με την παραδοχή των αντίθετων αιτημάτων και των δύο πλευρών.
Το δικαστήριο ανέλυσε τη διάταξη του άρθρου 1439 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, αντικείμενο της δίκης διαζυγίου δεν είναι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό και το δικαστήριο κάνει δεκτές και τις δύο, κρίνοντας ότι ο κλονισμός αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, έκαστος των διαδίκων θεωρείται ότι νίκησε, καθώς επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση περιέχει δυσμενείς αιτιολογίες για τον κάθε διάδικο, δεχόμενη ότι ο κλονισμός επήλθε από γεγονότα που αφορούν και το δικό του πρόσωπο, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του. Από τις αιτιολογίες αυτές, οι οποίες στερούνται στοιχείων διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη, ούτε καν στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, καθώς στη σύγχρονη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε συνεκδικάσει την αγωγή και την ανταγωγή των δύο συζύγων, κάνοντας αμφότερες δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και απαγγέλλοντας τη λύση του γάμου από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο. Η εκκαλούσα προσέβαλε την απόφαση αυτή, ζητώντας την ακύρωση ή μεταρρύθμισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανταγωγή του εφεσίβλητου και να γίνουν δεκτοί αποκλειστικά οι δικοί της ισχυρισμοί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν της αυτεπάγγελτης έρευνάς του, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον η επιδιωκόμενη λύση του γάμου είχε ήδη επέλθει, οι δε δυσμενείς αιτιολογίες δεν παράγουν δεδικασμένο ούτε επηρεάζουν άλλες έννομες σχέσεις της εκκαλούσας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου δημοσίου, επισημαίνοντας ότι η κατάθεσή του δεν απαιτείται στις διαφορές του άρθρου 592 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με αποτέλεσμα η επιστροφή του να διατάσσεται ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου.
Απόσπασμα απόφασης
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη 2156/2022 απόφαση, αφού διέταξε την συνεκδίκαση των παραπάνω δικογράφων, δέχτηκε την αγωγή και την ανταγωγή ως ουσία βάσιμες, απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων τελεσθέντος γάμου από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο αμφοτέρων και τέλος συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την από 12.9.2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./2023 έφεση για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να γίνει δεκτή η έφεσή της, να ακυρωθεί άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ανταγωγή του εφεσίβλητου, και κατά το μέρος που απέρριψε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στην δική της αγωγή και εν τέλει να γίνουν δεκτοί και να περιληφθούν στην απόφαση όλοι οι προβληθέντες με την αγωγή ισχυρισμοί της και να απορριφθεί η ανταγωγή του εφεσίβλητου. Τέλος ζητεί να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η κρινόμενη έφεση πρέπει, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας στην άσκηση αυτής (άρθρα 68, 73, 516 και 532 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάμου, που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την εκκαλουμένη απόφαση. Το γεγονός δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δυσμενείς και για την εκκαλούσα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων, που αφορούν και στο πρόσωπό της, δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις της, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη. Πράγματι, το ότι ο ισχυρός κλονισμός, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, επήλθε εξαιτίας γεγονότων που συνδέονται και με το πρόσωπο της εκκαλούσας, δεν έχει άλλη έννομη συνέπεια γι` αυτήν, πέρα από την επιδιωκόμενη και από την ίδια λύση του γάμου. Όπως δε αναφέρθηκε στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, στη δίκη διαζυγίου θέμα υπαιτιότητας, που μπορεί να έχει περαιτέρω έννομες συνέπειες (για τον ενδεχόμενο αποκλεισμό του δικαιώματος διατροφής), δεν τίθεται πλέον. Τέλος, πρέπει, να επιβληθούν στην εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 KΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο efeteio-peir.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Οικογενειακό Δίκαιο