Προϋποθέσεις επανάληψης της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του καταδικασθέντος (ΑΠ 250/2025)
Απόρριψη αίτησης κατά αμετάκλητης καταδίκης για διακίνηση ναρκωτικών - Ο αιτών επικαλέστηκε ως «νέο στοιχείο» μεταγενέστερη ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που τον χαρακτήριζε τοξικομανή, επιδιώκοντας επιεικέστερη ποινική μεταχείριση
Τις προϋποθέσεις επανάληψης της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του καταδικασθέντος ερμήνευσε ο Άρειος Πάγος (σε συμβούλιο), απορρίπτοντας σχετική αίτηση κατά αμετάκλητης καταδίκης για διακίνηση ναρκωτικών (ΑΠ 250/2025).
Το ανώτατο δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπενθύμισε ότι η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστική καταδίκη, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις. Ως τέτοια νοούνται όσα στοιχεία δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ήταν άγνωστα στην κρίση των δικαστών, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με το προηγούμενο υλικό, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Αντίθετα, δεν συνιστούν νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, η εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, καθώς και πλημμέλειες της κύριας διαδικασίας. Επειδή η αίτηση αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον νομικό και ουσιαστικό επανέλεγχο της υπόθεσης με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό, ούτε για γεγονότα που ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικάσαν δικαστήριο.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ο αιτών, ο οποίος είχε καταδικαστεί αμετάκλητα το 2013 από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών σε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και χρηματική ποινή για αγορά, κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας. Ως νέο στοιχείο προσκόμισε μεταγενέστερη έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του έτους 2022, η οποία συντάχθηκε επ’ ευκαιρία άλλης, μεταγενέστερης δικογραφίας σε βάρος του, καθώς και πρόσφατες βεβαιώσεις φορέων απεξάρτησης και φυλακών, ισχυριζόμενος ότι ήταν τοξικομανής ήδη πριν από την τέλεση της πράξης και ότι, αν τα στοιχεία αυτά είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα είχε τύχει της ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης του εξαρτημένου χρήστη.
Το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε αρχικά ότι, κατά τη δίκη που έλαβε χώρα το 2013, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του είχαν προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί τοξικομανίας, με τον αιτούντα, μάλιστα, να δηλώνει τότε επί λέξει στην απολογία του ότι δεν είχε μπλέξει ποτέ με ναρκωτικά. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι από το περιεχόμενο της ίδιας της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του 2022 προέκυψε ότι η διάγνωση της εξάρτησης βασίστηκε αποκλειστικά στην ιστορική αφήγηση του ίδιου του αιτούντος προς τον πραγματογνώμονα, χωρίς να προσδιορίζεται επιστημονικά ο ακριβής χρόνος έναρξης της τοξικομανίας ούτε να αποδεικνύεται η συνδρομή της πριν από την τέλεση του αδικήματος με έγγραφα εκείνης της περιόδου.
Κατόπιν των ανωτέρω, κρίθηκε ότι τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε μόνα τους ούτε σε συνδυασμό με το προϋπάρχον υλικό, καθιστούν φανερό ότι ο αιτών καταδικάστηκε για βαρύτερο έγκλημα από αυτό που τέλεσε, με αποτέλεσμα ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Απόσπασμα απόφασης
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξάρτητα από το αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Τέλος, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα που δεν υπήρξαν άγνωστα, στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 349/2023, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 671/2016).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινική Δικονομία