Διαβίβαση μισθολογικών δεδομένων εργαζόμενου για υπολογισμό αμοιβής της εταιρείας εύρεσης προσωπικού
Η προστασία δεδομένων του εργαζόμενου δεν υπερισχύει του εννόμου συμφέροντος της εταιρείας να λάβει τα δεδομένα, καθώς άλλωστε η πρακτική της αμοιβής βάσει ποσοστού είναι συνήθης
Το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ συμβατικής υποχρέωσης παροχής πληροφοριών και προστασίας προσωπικών δεδομένων εργαζομένου εξέτασε το Περιφερειακό Δικαστήριο Κολωνίας, στο πλαίσιο διαφοράς από σύμβαση εύρεσης προσωπικού.
Η υπόθεση αφορούσε αξίωση εταιρείας παροχής υπηρεσιών εύρεσης προσωπικού για παροχή στοιχείων σχετικά με τις αποδοχές εργαζομένου, προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής της. Η εναγόμενη εργοδότρια αρνήθηκε να διαβιβάσει τα δεδομένα, επικαλούμενη αφενός την αντίρρηση του εργαζομένου και αφετέρου το δικαίωμά του στην προστασία δεδομένων.
Το δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα υπό το πρίσμα της αλληλεπίδρασης του εθνικού δικαίου και του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Ειδικότερα, απέρριψε την άποψη ότι η διαβίβαση των μισθολογικών στοιχείων περιορίζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο του εργασιακού σκοπού το άρθρο 26 του γερμανικού νόμου για την προστασία δεδομένων, επισημαίνοντας ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι γενικοί κανόνες του ενωσιακού δικαίου, ήτοι ο ΓΚΠΔ.
Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο εντόπισε ως κρίσιμη νομική βάση το άρθρο 6 παρ. 1στ’ ΓΚΠΔ, περί επεξεργασίας που είναι αναγκαία για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου. Επί της διάταξης αυτής, το δικαστήριο έκρινε ότι η διαβίβαση των δεδομένων του εργαζομένου προς την ενάγουσα εξυπηρετεί την ικανοποίηση αξίωσης, ήτοι τον υπολογισμό και τη διεκδίκηση της αμοιβής της, η οποία εξαρτάται από το ύψος των αποδοχών.
Το στοιχείο της αναγκαιότητας αξιολογήθηκε με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης των διαδίκων. Το δικαστήριο επισήμανε ότι η επιλογή του συγκεκριμένου μοντέλου αμοιβής, ποσοστό επί του ετήσιου εισοδήματος, καθιστά εκ των πραγμάτων τα μισθολογικά δεδομένα απαραίτητα για τον προσδιορισμό της απαίτησης, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι θα μπορούσε να είχε συμφωνηθεί διαφορετικό σύστημα αμοιβής.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη στάθμιση συμφερόντων μεταξύ του δικαιώματος προστασίας δεδομένων του εργαζομένου και του οικονομικού συμφέροντος της ενάγουσας. Το δικαστήριο έκρινε ότι το γενικό ενδιαφέρον του εργαζομένου να μην αποκαλύπτονται οι αποδοχές του δεν υπερισχύει εν προκειμένω, ιδίως δεδομένου ότι δεν προέκυψαν συγκεκριμένοι κίνδυνοι ή ιδιαίτερες συνθήκες που να ενισχύουν την ανάγκη προστασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, συνεκτιμήθηκε ότι ο εργαζόμενος είχε ήδη γνωστοποιήσει στην ενάγουσα τις μισθολογικές του απαιτήσεις κατά τη διαδικασία επιλογής, καθώς και ότι η σύνδεση της αμοιβής της εταιρείας αυτής με τις αποδοχές του προσληφθέντος αποτελεί συνήθη πρακτική στον κλάδο, στοιχείο που επηρεάζει τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου των δεδομένων ως προς την περαιτέρω επεξεργασία.
Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τη φύση και την έκταση των δεδομένων, σημειώνοντας ότι η διαβίβαση αφορά περιορισμένο κύκλο πληροφοριών και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ήτοι το πρώτο έτος απασχόλησης. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα δεσμεύεται από συμβατική υποχρέωση εμπιστευτικότητας, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο περαιτέρω διάδοσης των δεδομένων.
Αναφορικά με το δικαίωμα εναντίωσης του εργαζομένου κατά το άρθρο 21 ΓΚΠΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν οδηγεί αυτομάτως σε απαγόρευση της επεξεργασίας, εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί και υπέρτεροι λόγοι που συνδέονται με την άσκηση νομικών αξιώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανάγκη της ενάγουσας να θεμελιώσει και να ασκήσει την απαίτησή της κρίθηκε ως τέτοιος λόγος.
Καταληκτικώς, το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προστασία του εργαζομένου μπορεί να διασφαλιστεί περαιτέρω με περιορισμό της χρήσης των δεδομένων στον απολύτως αναγκαίο σκοπό και με τη διαγραφή τους μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα