Διαφήμιση

Επίδοση δικογράφου σε κάτοικο αλλοδαπής κατά τη Σύμβαση της Χάγης: Πότε θεωρείται ολοκληρωμένη η επίδοση (ΜονΕφΠειρ 301/2025)

Η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα δεν αρκεί όταν η εναγόμενη διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο - Αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης

epidose-dikographou-se-katoiko-allodapes-kata-te-sumbase-tes-khages-pote-theoreitai-olokleromene-e-epidose-monephpeir-3012025

Το ζήτημα της έγκυρης επίδοσης δικογράφου σε διάδικο που διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή, υπό το πρίσμα της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης που κυρώθηκε με τον ν. 1334/1983, ερμήνευσε με πρόσφατη απόφαση του το Εφετείο Πειραιά (ΜονΕφΠειρ 301/2025).

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι διατάξεις των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ περί πλασματικής κλήτευσης μέσω πραγματικής επίδοσης στον εισαγγελέα εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της ως άνω Σύμβασης, πλην όμως η τελευταία δεν καταργεί μεν τις εσωτερικές διατάξεις περί επίδοσης, αποκλείει όμως να θεωρηθεί περαιωμένη η πλασματική επίδοση με απλή παράδοση του δικογράφου στον εισαγγελέα, ανεξαρτήτως αν αυτό παραλήφθηκε πράγματι από τον παραλήπτη κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 15 της Σύμβασης. Σκοπός αυτής της ερμηνείας είναι η διασφάλιση ότι το έγγραφο περιέρχεται πράγματι σε γνώση του παραλήπτη, ώστε να αποφεύγονται πλασματικές επιδόσεις και ερήμην διεξαγωγή δικών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 της Σύμβασης, η απόδειξη επίδοσης πρέπει να προκύπτει είτε από χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από τον παραλήπτη είτε από πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, το οποίο να βεβαιώνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης. Δεδομένου ότι η Σύμβαση δεν προβλέπει μετάθεση του χρόνου συντέλεσης της επίδοσης στην εκτέλεση της σχετικής αίτησης μέσω της αρμόδιας Κεντρικής Αρχής, εξακολουθεί να ισχύει η αρχή του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη με την παράδοση στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξαρτήτως χρόνου αποστολής ή λήψης από τον αποδέκτη. Κατά την άποψη του δικαστηρίου, ωστόσο, και προκειμένου η χώρα να παραμείνει συνεπής προς τη διεθνή της υποχρέωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η καταληκτική προθεσμία κατάθεσης του αποδεικτικού επίδοσης ή της σχετικής βεβαίωσης δεν ταυτίζεται με τον γενικό κανόνα του ΚΠολΔ, αλλά μετατίθεται, κατ’ εξαίρεση, μέχρι την ημερομηνία της τυπικής συζήτησης της αγωγής ή του εισαγωγικού δικογράφου.

Εν προκειμένω, η υπό κρίση έφεση, καθώς και η κατατεθείσα κλήση προς επαναφορά αυτής, κοινοποιήθηκαν νομίμως στην εναγόμενη, κάτοικο Ηνωμένου Βασιλείου, μέσω του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, με σκοπό την κίνηση της κατά τη Σύμβαση της Χάγης διαδικασίας, η οποία τυγχάνει εφαρμοστέα καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2021, ημερομηνία λήξης της μεταβατικής περιόδου της Συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, ωστόσο, ότι δεν προσκομίστηκε ούτε η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά προς την αρμόδια αλλοδαπή αρχή για την επίδοση, κατ’ άρθρο 5 της Σύμβασης, ούτε το πιστοποιητικό επίδοσης της αλλοδαπής αρχής κατά το άρθρο 6, στοιχεία που θα μπορούσαν να προσκομιστούν μέχρι την τυπική συζήτηση της υπόθεσης ώστε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η επίδοση. Η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά κρίνεται επαρκής μόνο για τη διαφύλαξη της προθεσμίας επίδοσης του δικογράφου, όχι όμως και για την πλήρη περαίωση της διαδικασίας επίδοσης.

Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να προσκομιστεί είτε μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα βεβαίωση περί πραγματικής επίδοσης της έφεσης και της κλήσης επαναπροσδιορισμού στην εναγόμενη, είτε έγγραφο που να αποδεικνύει τη διαβίβαση των επιδοτέων εγγράφων προς αυτήν.

Απόσπασμα απόφασης

Οι διατάξεις των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον ν.1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση, που κυρώθηκε με το ν. 1334/1983 και έχει την προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ισχύ, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η πλασματική επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, την οποία έχει επικυρώσει και το Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επίδοσης των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 105/2014, 1818/2012, 1305/2011, ΑΠ 839/2010, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε του ότι δεν περιέχεται στην άνω σύμβαση διάταξη, βάσει της οποίας ο χρόνος συντέλεσης της επίδοσης δικαστικής απόφασης προς διαμένοντα σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή να μπορεί να θεωρηθεί μετατιθέμενος στην εκτέλεση της περί επίδοσης αιτήσεως μέσω της αρμόδιας Κεντρικής Αρχής, την πιστοποιούμενη με την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 βεβαίωση, εξακολουθεί, συνεπώς και μετά την άνω σύμβαση να ισχύει η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία, στην περίπτωση αυτή η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη από την παράδοση της εν λόγω απόφασης στον αρμόδιο Εισαγγελέα ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της λήψης της από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται (ΑΠ 1181/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 5/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΚαλαμ 38/2022 ΝΟΜΟΣ). Προκειμένου να μπορέσει η χώρα μας να παραμείνει συνεπής προς την ως άνω διεθνή της υποχρέωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση της Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση εισαγωγικών δικογράφων στην αλλοδαπή η καταληκτική προθεσμία κατάθεσης στο Δικαστήριο του αποδεικτικού επίδοσης ή της βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης ότι η αγωγή ή άλλο εισαγωγικό δικόγραφο επιδόθηκε δεν είναι αυτή του γενικού κανόνα του ΚΠολΔ, αφού αυτός έρχεται σε αντίθεση με της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 15 της Σύμβασης της Χάγης με αποτέλεσμα να μην μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί αλλά η εξαίρεση από το γενικό κανόνα που προβλέπεται ρητά ότι η καταληκτική προθεσμία προσκομιδής του είναι η ημερομηνία της τυπικής συζήτησής της αγωγής ή έτερου εισαγωγικού δικογράφου. Τούτο σημαίνει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα ότι ο ενάγων ή ο εκκαλών προσκομίζει νομότυπα και εμπρόθεσμα μέχρι την τυπική συζήτηση της αγωγής ή της έφεσης το αποδεικτικό επίδοσης ή την βεβαίωση της αλλοδαπής αρχής ότι η αγωγή ή η έφεση επιδόθηκε (πρβλ. ΠΠρΘεσ 4476/2023, ΕφΔωδ 5/2022, ΝΟΜΟΣ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο efeteio-peir.gr.