Διαφήμιση

Δεν είναι «τρίτοι» τα μέλη Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγορικού Συλλόγου για τη στοιχειοθέτηση συκοφαντικής δυσφήμησης (ΑΠ 381/2026)

Δεκτή αναίρεση κατηγορούμενης που κατήγγειλε δικηγόρο στον ΔΣΑ - Μετά την τροποποίηση του άρ. 363 ΠΚ με τον Ν. 5090/2024, όσοι λαμβάνουν γνώση της αναφοράς κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας εξαιρούνται από την έννοια του «τρίτου»

den-einai-tritoi-ta-mele-peitharkhikou-sumbouliou-dikegorikou-sullogou-gia-te-stoikheiothetese-sukophantikes-dusphemeses-ap-3812026

Δεκτή εν μέρει έγινε αναίρεση κατηγορουμένης κατά απόφασης με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχη, μεταξύ άλλων, και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος δικηγόρου, λόγω έγγραφης αναφοράς-καταγγελίας που υπέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΑΠ 381/2026).

Το ανώτατο δικαστήριο αναγνώρισε ότι, μετά την τροποποίηση του άρθρου 363 ΠΚ με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και οι λοιποί λειτουργοί του Συλλόγου που έλαβαν γνώση της αναφοράς κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, δεν εντάσσονται πλέον στην έννοια των «τρίτων», με συνέπεια η ένδικη πράξη να καταστεί ανέγκλητη.

Πιο αναλυτικά, κατά το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, η κατηγορούμενη, πολιτικώς ενάγουσα σε δίκη για μαστροπεία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, υπέβαλε έγγραφη αναφορά προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε βάρος της εγκαλούσας δικηγόρου, η οποία είχε διορισθεί αυτεπαγγέλτως συνήγορος του εκεί κατηγορουμένου. Στην αναφορά ισχυρίστηκε ότι άκουσε την εγκαλούσα να λέει ότι διαθέτει πρόσωπα που θα παρακολουθούν το τηλέφωνό της και θα της προκαλέσουν τροχαίο ατύχημα ή θα της τοποθετήσουν ναρκωτικά στο αυτοκίνητο, καθώς και ότι είχε συμφωνήσει με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης να του καταβάλει 2.000 ευρώ για να πληροφορείται τις κατ' ιδίαν συζητήσεις τους και να λάβει αντίγραφα των εγγράφων της.

Η αναφορά τέθηκε στο αρχείο, αφού ο ορισθείς εισηγητής του Πειθαρχικού Συμβουλίου, μετά από προκαταρκτική εξέταση, δεν διαπίστωσε ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού αδικήματος.

Το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι τα καταγγελλόμενα ήταν ψευδή και ότι η κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση του ψεύδους, με σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας δικηγόρου και να προκαλέσει την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον της, ενώ τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, καθόσον την εμφάνιζαν ως δικηγόρο που μετέρχεται αθέμιτα και παράνομα μέσα για την επιτυχή έκβαση των υποθέσεων που αναλαμβάνει. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ως «τρίτοι» θεωρήθηκαν ο γραμματέας που παρέλαβε την αναφορά, ο εισηγητής που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού.

Ο Άρειος Πάγος, αφού εξέθεσε το ισχύον κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης νομοθετικό καθεστώς (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, ιδίως με τον Ν. 5090/2024, με τον οποίο καταργήθηκε η απλή δυσφήμηση και το άρθρο 363 ΠΚ αντικαταστάθηκε, δέχθηκε ότι η νέα διάταξη, κατά το μέρος που προβλέπει ότι στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη κατά την ενάσκηση καθήκοντος, αποσκοπεί στον αποκλεισμό των προσώπων που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για τα οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος να προσβάλει την τιμή.

Μάλιστα, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, στην έννοια του «τρίτου» δεν περιλαμβάνονται και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού η πειθαρχική διαδικασία αποτελεί θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία, που ασκείται κανονιστικά από όργανα επιφορτισμένα με το σχετικό καθήκον, η δε ερμηνεία αυτή αποβαίνει υπέρ του κατηγορουμένου.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, το δικαστήριο παρέπεμψε στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τις οποίες ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του Συμβουλίου, ενώ η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος.

Με βάση τα ανωτέρω, κρίθηκε ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, θεωρώντας ως «τρίτους» τον γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου, τον εισηγητή, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου και τον Πρόεδρο αυτού, οι οποίοι, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, έλαβαν γνώση των ψευδών δυσφημιστικών περιστατικών.

Απόσπασμα απόφασης

Με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέσθηκε σε βάρος της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρου Αθηνών, με την κατάθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών της από 16.5.2018 αναφοράς, για την οποία, μεταξύ άλλων, αυτή καταδικάστηκε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, του ισχύοντος ΠΚ, 363, σε συνδ. με 362 του ΠΠΚ, [που εφαρμόστηκαν ως ευμενέστερες για τη αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη], τις οποίες παραβίασε ευθέως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αρμόδιος γραμματέας του ΔΣΑ , που παρέλαβε την από 16.5.2018 έγγραφη αναφορά της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης σε βάρος της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρου Αθηνών, ο εισηγητής του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ , που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και ο Πρόεδρος αυτού, που επιλήφθηκαν της υπόθεσης, και έλαβαν γνώση των ψευδών γεγονότων, που περιλαμβάνονταν στην πιο πάνω αναφορά και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, είναι τρίτοι, και επομένως η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ένδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.Πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μετά την τροποποίηση του άρθρου 363 ΠΚ με το άρ. 54 του Ν. 5090/1.5.2024, τα πιο πάνω πρόσωπα, (ο αρμόδιος γραμματέας του ΔΣΑ, που παρέλαβε την ένδικη έγγραφη αναφορά, ο εισηγητής του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού), που επιλήφθηκαν της επίμαχης αναφοράς της κατηγορούμενης σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας δικηγόρου και έλαβαν γνώση των ψευδών δυσφημιστικών περιστατικών, που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, δεν εντάσσονται πλέον στην έννοια των τρίτων, καθόσον είναι μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έλαβαν γνώση αυτών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, που είναι θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία. Έτσι, η ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, έχει πλέον καταστεί ανέγκλητη. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του, με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 του νέου ΠΚ, είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την ενοχή της αναιρεσείουσας για την ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή και συνακόλουθα για την επιβολή συνολικής ποινής.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.